Γιώργος Σεφέρης. Ημερολόγιο, 1945..

«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία, η γενική αναπηρία της ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα, σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις.

Είμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα».
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Φεβρουαρίου 2013

Γεώργιου Σουρή: ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Απόστασε το χέρι μου από το να μουντζώνω
και σάλιο δεν μου έμεινε από το φτύσε φτύσε,
αλλ’ έως τώρα τίποτε μ’ αυτά δεν κατορθώνω,
και σύ, Ευρώπη, μας γελάς και πάντα ίδια είσαι.
Και απορώ, μα το σταυρό, πώς ως αυτή την ώρα
και άλλα δεν μας έστειλες εδώ Θωρακοφόρα.

Προθύμως σας εκάμαμεν εκείνο που ζητείτε
και άν δεν μας πιστεύετε, κοπιάσετε να δήτε
ποία ειρήνη κατ’ αυτάς στο κράτος βασιλεύει
και πώς καθένας ήσυχα γλεντά και χουζουρεύει.
Ήλθε το άντε στάτους κβο με τόσας αναπαύσεις
και άρχισαν να γίνονται διορισμοί και παύσεις.

_Λοιπόν, τί άλλο από μας, Ευρώπη, απαιτείς
κι ακόμη από το λαιμό πιασμένους μας κρατείς;
Θέλεις λοιπόν να ζήσωμε χωρίς πολιτικήν
και ως στρατόν να έχωμε την χωροφυλακήν
κι ουδέ ο ρήτωρ Κωνσταντής ν’ ακούγεται παρλάρων
διά το πραξικόπημα εκείνο των Βουλγάρων;

Εσύ, βρε καγκελλάριε των σαχλο-Γερμανών
σύ εναντίον μας κινείς και γην και ουρανόν
εσύ, διαόλου αλεπού, που ψόφος δεν σε πιάνει
εσύ κρατάς κατάκλειστο το κάθε μας λιμάνι,
και όλα τα καράβια σου εις τα νερά μας στέλλεις,
διότι έτσι αγαπάς, διότι έτσι θέλεις.

Εσύ, βρε καγκελλάριε, εσύ, βρε Μαμελούκε,
εσύ, πανευγενέστατε της Δύσεως Τραμπούκε,
παίζεις και πάλι πρόστυχο και βρώμικο παιχνίδι
και του κυρίου Γλάδστωνος του πάει ριπιπίδι
κι αισθάνεται το βάρος σου ο σβέρκος κάθε ράχης…
αλλ’ έστι δίκης οφθαλμός, που κακό ψόφο νάχεις.

Γ. Σουρή 1886

(ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΥΡΗ εκδ.Γιοβάνη Δ’ Τόμος)

* Αναφέρεται στον αποκλεισμό της Ελλάδα από τους Γερμανούς το 1886

16 Δεκεμβρίου 2012

Αφιέρωμα στον ποιητή Κώστα Βάρναλη.

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός. Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"! ― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε; Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά. Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά. Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! - έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας. Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά... H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά. Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος! 
(από την e-Τράπεζα Φιλολογικών Θεμάτων).
Ο Κώστας Βάρναλης με τη γυναίκα του, την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη. Via Ημερησία.
Αριστ. φωτ. via Δημοθοίνια. Δεξιά, ο Κώστας Βάρναλης το 1914 (ΕΛΙΑ).

Το κτήνος είναι και κωφόν (από το μπλογκ Οι ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές (και μεγάλες) ιστορίες λόγου, Sarantakos.gr).
"Στα χαρτιά του Βάρναλη βρέθηκε και ένα αντίτυπο από την πρώτη έκδοση του Φωτός που καίει, όπως το είχε δώσει στον πρωθυπουργό Μιχαλακόπουλο κάποιος καλοθελητής, γεμάτο υποτιμητικά και δήθεν αγανακτισμένα σχόλια, για να τιμωρήσει τον Βάρναλη. Ο Γ. Κατσίμπαλης, συγγενής του πρωθυπουργού, συνηγόρησε υπέρ του Βάρναλη, κι ο Μιχαλακόπουλος του έδωσε το επίμαχο αντίτυπο, κι αυτός το χάρισε στον Βάρναλη. Η φωτογραφία του εξωφύλλου, με τα χειρόγραφα σχόλια του εθνικόφρονα ρουφιάνου, όπως δημοσιεύεται στην έκδοση του Κέδρου: Τα χειρόγραφα σχόλια λένε τα εξής: Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού. Εάν επιθυμείτε και έχετε καιρόν αναγνώσατέ το όλον, αλλά πάντως αναγνώσατε τας σελίδας 40 (τελευταίον στίχον) 53 όπου υβρίζει την Παναγίαν, τέλος δε από της σελίδος 61 μέχρι τέλους. Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν. Εν τούτοις, επειδή είναι μαλλιαρόν, εν γνώσει των πίστεών του, το απέστειλαν δις ή τρις υπότροφον! Να σημειώσω ότι ο Βάρναλης ήταν πράγματι βαρήκοος, ενώ ο χαρακτηρισμός Βουλγαρικόν κτήνος μάλλον εννοεί το ότι ο Βάρναλης είχε γεννηθεί στην Ανατολική Ρωμυλία (και όχι ότι ήταν αριστερός μια και το 1925 δεν έλεγαν Βούλγαρους τους κομμουνιστές). Κατά τα άλλα, η εθνικοφροσύνη έσκιζε τα ρούχα της για τον εκτός των συνόρων ελληνισμό".
Φωτ. via Ημερησία. Ο Kώστας Βάρναλης κάθεται δεξιά.

Αριστ. : Στην αυλή σχολείου στην Κερατέα το 1917 (ο Βάρναλης κάθεται αριστερά). Δεξ. : Δάσκαλος της Γ' Τάξης Ελληνικών στα Μέγαρα το 1911.

Διαβάστε δείτε περισσότερα >>

14 Δεκεμβρίου 2012

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ Μαρκόπουλος , Σολωμός


 Η λαϊκή λειτουργία του Γιάννη Μαρκόπουλου Ελεύθεροι Πολιορκημένοι,
βασισμένη στο έργο του Εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού.

Τραγουδούν: Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Ηλίας Κλωναρίδης, Βασιλική Λαβίνα.
Αφηγείται η ηθοποιός Νίκη Τριανταφυλλίδη.
Συμμετέχει το Χορωδιακό Εργαστήρι Νέων Καλλιτεχνών.

6 Δεκεμβρίου 2012

Το περιβόλι

Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
Όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.
Κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι’ όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, (γίνε) διαφεντευτής.
Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! τσεκούρι! τράβα!,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.
Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει,
κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,
κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα.

17 Νοεμβρίου 2012

ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ

 Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μέσ' τα σίδερα και κείνοι μεσ' το χώμα.

Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Κάτω απ' το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε τις καμπάνας το σχοινί,
προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση
τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει

Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

 Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ΄ τον καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ΄ αίματα!

14 Νοεμβρίου 2012

Tο ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ - 1977

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης - Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης .

Τραγούδι : ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ
Ψάλτης : ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗΣ
Αφηγητής: ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Μπουζούκι: ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΝΕΖΗΣ - ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Διεύθυνση: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Συναυλία που δόθηκε στο θέατρο Λυκαβητού το 1977

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ - Γ.ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ

Η λαϊκή λειτουργία του Γιάννη Μαρκόπουλου Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, βασισμένη στο έργο του Εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού.

Τραγουδούν: Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Ηλίας Κλωναρίδης, Βασιλική Λαβίνα.
Αφηγείται η ηθοποιός Νίκη Τριανταφυλλίδη.
Συμμετέχει το Χορωδιακό Εργαστήρι Νέων Καλλιτεχνών.
Προλογίζει ο Γιάννης Μαρκόπουλος)

2 Νοεμβρίου 2012

“Ο μύθος του Σίσυφου”, όπως δεν τον γνωρίζουμε – Κ. Π. Καβάφης

[Και όσο προσπαθούμε, τόσο θα χαλνούμε]… 

Τούτο τον καιρό της βαθιάς οικονομικής κρίσης ο «Μύθος του Σίσυφου» έχει μεγάλη «πέραση», καθώς γίνεται συχνότατη αναφορά στο «μαρτύριό» του για να παρομοιαστεί μ’ αυτό του λαού μας που, εδώ και δυο χρόνια, βιώνει τη λαίλαπα των σκληρών μνημονιακών οικονομικών μέτρων, και που οι κυβερνώντες όλο τον διαβεβαιώνουν ότι με τα μέτρα που πάρθηκαν γλιτώσαμε την πτώχευση, κι όλο (ξανά) απαιτούνται νέα επαχθέστερα μέτρα για τη διάσωσή μας! Κόψε και ξανακόψε μισθούς και συντάξεις, κι όλο κατρακυλούμε στου «κακού τη σκάλα» ή όπως το είπε ο Καβάφης «Ειν’ η προσπάθειές μας των συφοριασμένων/ ειν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων./ Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι/ παίρνουμ’ επάνω μας, κι αρχίζουμε/ να ‘χουμε θάρρος κι ελπίδες…./ Όμως η πτώση μας είναι βεβαία. Επάνω,/ στα τείχη άρχισε ο θρήνος…»…
«Η πτώση μας είναι βεβαία», λοιπόν, όπως και η πτώση του βράχου που κουβαλά ο Σίσυφος, το μαρτύριο του οποίου όλοι γνωρίζουμε, μα το «γιατί;» τιμωρήθηκε από τους Θεούς, μάλλον οι περισσότεροι το αγνοούμε…
“Ο μύθος του Σίσυφου”: Ένας από τους γνωστότερους της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας με ήρωα τον Σίσυφο, τον “κέρδιστον ανδρών”, τον πανουργότατο, όπως τον χαρακτηρίζει η Ιλιάδα, και που τα πάθη του, συγκλονιστικά ιστορημένα από τον Όμηρο στη Νέκυια της Οδύσσειας. Ο Σίσυφος είναι καταδικασμένος από τους βλοσυρούς Θεούς να ανεβάζει στον αιώνα τον άπαντα έναν πελώριο βράχο έως την κορυφή ενός βουνού πνιγμένος στον ιδρώτα  (“κατά δ’ ιδρώς έρρεεν εκ μελέων”), και μόλις φτάνει πάνω να τον βλέπει να κατρακυλάει και πάλι άσπλαχνος, “αναιδής”, σπρωγμένος από το ίδιο του το βάρος…

ΜΕΡΙΑΣΕ ΒΡΑΧΕ ΝΑ ΔΙΑΒΩ !.. του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Μέριασε Βράχε να Διαβώ,
το κύμ' ανδρειωμένο λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
"Μέριασε, μες στα στήθη μου, πούσαν νεκρά και κρύα, μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι' άρματα κούφια βοή γι' αντάρα έχω ποτάμι αίματα και θέριεψε η κατάρα, του κόσμου που βαρέθηκε του κόσμου πούπε τώρα, βράχε, θα πέσεις έφτασεν η φοβερή σου ώρα!

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδερμένο και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο, περήφανα μ' εκύταζες και φώναζες του κόσμου να ιδεί την καρταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά εκεί που σ' εφυλούσα μέρα και νύχτα σ' έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα και την πληγή που σάνοιγα το λάκκο πούθε κάμω με φύκη τον επλάκωνα τον έκρυβα στην άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη τα θέμελά σου τάφαγα σ΄εκαμα κουφολίθι.
Μέριασε βράχε να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι  θα σε πατήσει στο λαιμό...
Εξύπνησα λιοντάρι"...

Ο βράχος εκοιμώτουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες του φεγγαριού πούταν χλωμό μισόσβυστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα κατάρες ανεμίζουν και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα ν΄αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει και σήμερ' ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.
"Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις; Ποιος είσαι συ κ' ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις εμπρός μου στέκεις φοβερός,
μ' αφρούς στεφανωμένος;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω".

"Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με έγινα θάλασσα πλατειά πέσε προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη. Σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές,ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ' αχνάρια...
Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς...Το ψυχομάχημά μου το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη καταποντήρας είμ' εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου.
Γίγαντας στέκω εμπρός σου!"

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του εκαταπόντισε με μιας το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβυέται, λυώνει σα νάταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριωμένη η θάλασσα κ' εκλείστηκε.
Τώρα δεν απομένει στον τόπο πούταν το στοιχειό παρά μόνο το κύμα που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

Στων Βράχων Σου Τη Λύσσα

‘Την οργή των νεκρών να φοβάστε και των βράχων τ’ αγάλματα!’
(Οδυσσέα Ελύτη, ‘Το Άξιον Εστί’, ‘Τα Πάθη, Γ΄’)

Μιλάω στις πέτρες και μ’ ακούνε
βράχοι ολάκεροι
που η θάλασσα ξερνάει τα καράβια
που πάνω τους γαντζώνονται οι πνιγμένοι να σωθούν
τα κύματα όπως φτύνουν τον αφρό τους, έτσι – μιλώ
κι αυτοί ακούνε

Τα λόγια ενός πνιγμένου ακόμα
χορτάτοι λες από πνιγμό, μα δε βαριούνται –
μετρούν τις λέξεις με συμπόνια ζηλευτή
πυξίδα στων παθών τους παραλλήλους
νησιά φυτεύουν στων χαμένων πλοίων την ατέλειωτη ερημιά
στην μοναξιά των αστεριών σκορπούν λιμάνια
Και στων βυθών το λοξοδρόμι στήνουν φάρους
τα φουσκωμένα στήθια τρίβοντας τα χείλη τα σκασμένα γλείφοντας
τ’ απέλπιδα κορμιά γλιστρώντας στην τραχιά τους ράχη

Μικροί θεοί της θάλασσας που στήνουν καραούλι
στου πεινασμένου Ποσειδώνα τη γροθιά – στη λύσσα των ματιών του

Αιώνια δικασμένοι – ριζωμένοι στο θυμό του
διψώντας για βροχή
στης άτρωτης αλμύρας την αφόρητη φαγούρα

Και κάθε ανάσα που γυρεύει τη στεριά τους, πόνος –
φουρκίζει της αβύσσου την κατάρα – κι ορδές χελιών τους τρώνε
κύματα αφηνιασμένα τους ξυρίζουν δόντια τους γδέρνουν
Κι αυτοί εκεί, θες από αντίδραση – σπιθίζουν χνάρια στο νερό
σκορπούν λιμάνια φτύνουν φάρους
ξεσκίζοντας τα πεινασμένα χέλια καταπίνουν τη χολή τους

Έτσι. Από αντίδραση. Φτύνοντας τ’ αλάτι στη δαρμένη πλάτη τους
Σκίζοντας στα δυο την άνιση τη μέρα
Χιμάνε ασίκηδες με τόξα και με βέλη
στου ανήλεου Ποσειδώνα τις σπηλιές
κι ατάραχοι τσιμπάνε το θυμό του

Μα όταν τραγουδάνε, οι ασκοί σωπαίνουν –
τ’ αγρίμια κλαίνε οι φώκιες πλέκουν σταυρωτά διχτυωτούς μανδύες
την άρρωστη ψυχή για να σκεπάσουν
ποτάμια φάλαινες χορεύουν στις γραμμές του φεγγαριού
τα φύκια ανθίζουν κι αγκαλιάζουν τις χελώνες

Κι οι φθονερές σειρήνες κρύβονται στη ξιπασιά τους
Τυφλές στου σκοταδιού το μένος σκιάζονται απ’ τη γύμνια τους
Καταπίνουν τη φωνή τους και πνίγονται

Έτσι κι εγώ μια τέτοια νύχτα
σφυρίζω το τραγούδι των βράχων – κι αυτοί, μου απαντάνε
Μου γλυκαίνουν το παράπονο μ’ ύμνους της θάλασσας και λόγια ανείπωτα
Κι εγώ πίνω ρακί μ’ αλάτι και ρουφάω μοναξιά
Έτσι. Από αντίδραση.

Άνθρωποι ακούτε;; Άνθρωποι…

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΤΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΤΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Εἶσ' Ἕλληνας; Τί προσκυνᾶς; Σηκώσου ἀπάνω! Ἐμεῖς καὶ στοὺς θεοὺς ὀρθοὶ μιλοῦμε..