Γιώργος Σεφέρης. Ημερολόγιο, 1945..

«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία, η γενική αναπηρία της ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα, σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις.

Είμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα».
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό αρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό αρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Ιουνίου 2015

Η Μαχη της Κρητης - Τα καΐκια της φυγής

Κορυφαία στον Αγώνα της Ελλάδας κατά των δυνάμεων του Άξονα ήταν η συνεισφορά πού είχαν οι Βατικιώτες καϊκιέρηδες που με τα καΐκια τους μετέφεραν Έλληνες και συμμάχους στην Κρήτη

«Σε σκάλισαν καλή Κυρά σε πλώρη Βατικιώτικη ξεχτένιστη γοργόνα»,

Γιάννης Ρίτσος

Η μεταφορά χιλιάδων Κρητικών και συμμάχων, κυρίως Αγγλων, μετά το «σπάσιμο» του μετώπου της Αλβανίας, με βατικιώτικα καΐκια, από τη νότια Λακωνία και ιδιαίτερα από τα Βάτικα και τον Πειραιά, στην Κρήτη, είναι ένα άγνωστο έπος της σύγχρονης ιστορίας μας, πριν, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης και σε όλη την Κατοχή (1941-1945).

Για πρώτη φορά «Η Εφημερίδα των Συντακτών» φέρνει στο φως με πρωτότυπη έρευνα μια «χαμένη» πλευρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εμπλουτίζοντας την ιστορική γνώση. Ταυτόχρονα, καταδεικνύεται ο εξαιρετικά σημαντικός ρόλος που διαδραμάτισαν απλοί άνθρωποι με υψηλό σύστημα κοινωνικών αξιών.

Οι Κρητικοί και οι σύμμαχοι έφτασαν κατά χιλιάδες στα παράλια της Πελοποννήσου, Καλαμάτα, Γύθειο, Μονεμβασιά, κυρίως όμως στη Νεάπολη Λακωνίας και την Ελαφόνησο, λόγω εγγύτερης απόστασης από την Κρήτη. Μια επιτροπή στη Νεάπολη, κάτω από τη «μύτη» των Ιταλών και των Γερμανών, οργάνωνε τη φύλαξη και την ασφαλή διαφυγή τους, με καϊκιέρηδες της περιοχής.

Επικεφαλής της επιτροπής αυτής ήταν ο εμβληματικός παπα-Μανόλης Λαλούσης. Η Ιερά Σύνοδος Κρήτης τον τίμησε μετά την Κατοχή με υπόδειξη του γυμνασιάρχη του Αλικιανού Χανίων, Γιώργου Καψωμένου, το 1951. Το ίδιο και ο Δήμος Ηρακλείου το 1991, όταν είχε πεθάνει, μετά από πρότασή μου. Στην τελετή παραβρέθηκε ο γιος του, Νίκος Λαλούσης.

Ταυτόχρονα, μετά το τέλος της Μάχης της Κρήτης, γινόταν και η μεταφορά των Πελοποννησίων, άλλων Ελλήνων στρατιωτών και όσων έρχονταν αργότερα από τη Μέση Ανατολή από Κρήτη προς Πελοπόννησο, από ηρωικούς καϊκιέρηδες. Μοναδική μορφή καϊκιέρη υπήρξε ο Πέτρος Αρώνης (Τσουλάκος) από το Ελαφονήσι Λακωνίας.

Η έρευνα που παρουσιάζουμε σήμερα γι’ αυτό το συγκλονιστικό γεγονός έγινε μεταξύ 1989-1990 και καταγράψαμε τους τελευταίους επιζώντες Βατικιώτες καϊκιέρηδες και άλλους ανθρώπους, από τους οποίους δεν ζει πλέον κανείς. Κάποιοι θυμόντουσαν πλέον λίγα πράγματα λόγω ηλικίας. Μέρος της έρευνας αυτής παρουσιάστηκε το 1991 στην εφημερίδα του Ηρακλείου «Μεσόγειος», που διέκοψε την έκδοσή της.

Στο Ελαφονήσι ρόλο έπαιζε ο παπα-Κούλης Γεωργουδής και η σύζυγός του Μαρία. Ομως το πρωτεύον στοιχείο ήταν η τρομερή στήριξη του πληθυσμού των Βατίκων στους Κρητικούς και στους διωκόμενους συμμάχους.

Για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος του κινδύνου αυτής της συστηματικής προσπάθειας, πρέπει να τονίσουμε πως στον μικρό όρμο των Βατίκων υπήρχε φυλάκιο Ιταλών, στη Νεάπολη, στο Ελαφονήσι, στα Βελανίδια (τελευταίο χωριό του Μαλέα) Γερμανοί, στα Κύθηρα απέναντι από τη Νεάπολη ιταλικά φυλάκια, στα Αντικύθηρα Ιταλοί, ενώ πίσω από τη Νεάπολη, περίπου 50 χιλιόμετρα, υπήρχε το γερμανικό αεροδρόμιο των Μολάων.

Τα γερμανικά υποβρύχια και η καταδίωξή τους περιπολούσαν καθημερινά μεταξύ Μαλέα-Αντικυθήρων-Κρήτης, ενώ άλλη καταδίωξη από το Γύθειο, με τορπιλακάτους, χτυπούσε στη Νεάπολη τον κόσμο και τα καΐκια.
 
| Πανταζής Μπιλλίνης |

Ο Πανταζής Μπιλλίνης μας λέει:

«Οι Κρητικοί ερχόντουσαν εδώ μετά το τέλος του πολέμου της Αλβανίας. Κατέβηκαν στην περιοχή της Πλύτρας, του Αρχάγγελου, στο Ελαφονήσι, κυρίως όμως στη Νεάπολη, όπου έμεναν σε διάφορες κατούνες (χωράφια με αγροτόσπιτα).
»Εμείς κρύβαμε αρκετούς στο ρέμα του Αυλόσπηλου, που έχει πολλές σπηλιές. Εγώ πήγαινα πολλές φορές φαγητό σε Κρητικούς και Αγγλους που κρυβόντουσαν στο χωράφι μας. Ητανε μια Επιτροπή Νεαπολιτών που μετείχε ο πατέρας μου (Μπιλλίνης Γεώργιος ή Νταβέλης), ο Μανόλης ο Μουτσάτσος, ο Λευτέρης ο Ψαράκης (Μαντούβαλος), ο παπα-Μαρούσης, ο παπα-Μανόλης Λαλούσης και ο Μάρκος (Μήτσος).
»Εκτός από την Επιτροπή θα ήταν και άλλοι δικτυωμένοι αλλά εγώ δεν τους θυμάμαι. Αυτοί τους συντηρούσαν, άλλος με φαγητό, άλλος τους έδινε λεφτά και όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή τους βάζαμε σε ένα καΐκι και φεύγανε. Αυτό που θυμάμαι είναι πως ερχόντουσαν τορπιλάκατοι από το Γύθειο με Γερμανούς και ταγματασφαλίτες μέσα και χτυπούσανε όλες τις ακτές και τα παράλια για να μην μπορούν τα καΐκια που ήταν συρμένα στη στεριά να μεταφέρουν Κρητικούς και συμμάχους.
»Υπήρχαν αρκετοί με καΐκια που πηγαίνανε στην Κρήτη: Ο Γιάννης Σταθάκης (Κουτουριάρης), το όνομα του καϊκιού ήταν «Χρυσώ», ο Μηνάς Σταθάκης με το «Ελένη», ο Νίκος Γιαλελής (Χοχλιός) κ.λπ. Το δικό μας καΐκι το λέγανε «Λακωνία». Πήγαινε συμμάχους από τη Μονεμβασιά στην Κρήτη, τους μπλοκάρανε Γερμανοί και έγινε ολόκληρη μάχη - τελικά γλιτώσανε. Το καΐκι από εκεί και πέρα το επιτάξανε οι Γερμανοί σαν περιπολικό και το βυθίσαν οι Αγγλοι στο λιμάνι του Πειραιά.
»Πρόπερσι ήρθε ένας Αυστραλός, ο Νοέλ, που είχε γίνει υπουργός στην πατρίδα του, να βρει τον πατέρα μου, αλλά έλειπε και βρήκε τον παπα-Μανόλη. Οι Αγγλοι θέλανε να δώσουν δύο χιλιάδες λίρες στον πατέρα μου στην Κατοχή. Ο πατέρας μου δεν δέχτηκε και του έδωσε ο Αλεξάντερ ένα παράσημο». Αλλοι καϊκιέρηδες ήταν ο Παναγιώτης Λιάρος (Τίγρης), ο Νίκος Πασάκος (Σουπιάς), ο Γιακουμής Λιάρος κ.λπ.»

Καϊκέρης Πέτρος Αρώνης (Τσουλάκος):

Ολο το διάστημα της Κατοχής μεταφέραμε αγωνιστές με τον φόβο των υποβρυχίων

«Χαλκάς δε στέκει στους αστραγάλους της θάλασσας χαλκάς δε στέκει στη θαλασσινή καρδιά μας», Γιάννης Ρίτσος.
Μια μοναδική μορφή θαλασσινού αγωνιστή με τεράστια προσφορά υπήρξε ο καϊκιέρης Πέτρος Αρώνης (Τσουλάκος), από το Ελαφονήσι Λακωνίας. Ανήλικος, περίπου 17 χρόνων, ορφανός από πατέρα με 4 ανήλικα αδέρφια, μετέφερε χιλιάδες Κρητικούς και συμμάχους την περίοδο 1941-45 από τα Βάτικα Λακωνίας και τον Πειραιά στην Κρήτη. Είχε πάει Ελληνες πολιτικούς και Αγγλους ακόμη και στον Τσεσμέ της Τουρκίας. Το 1991, πρότεινα στον Δήμο Ηρακλείου και τίμησε τον Πέτρο Αρώνη, τον έφερε στην πόλη η κόρη του.

•Πόσες φορές πήγες Κρητικούς στην Κατοχή με το καΐκι στην Κρήτη;
Χρόνια, όχι φορές. Από την ημέρα που έγινε η οπισθοχώρηση στην Αλβανία, η περιφέρειά μας εδώ στα Βάτικα, το Γύθειο, το Ταίναρο, ήταν γιομάτη στρατό Κρητικών, Εγγλέζων, Κύπριων, Αυστραλέζων. Στο Ελαφονήσι τα καΐκια μας τα είχαμε σύρει στης Παναγίας τα νησιά, γιατί από εκεί είμαι κι εγώ κι εκεί έχω γεννηθεί.
Δεν είχαμε και μεγάλα καΐκια, μικρά ήταν. Και έρχονται λοιπόν καμιά πεντακοσαριά Κρητικοί, οπλισμένοι οι μισοί. Βγήκανε πάνω στα βουνά οπλισμένοι και ό,τι ζώα βλέπανε τα σκοτώνανε. Πεινάγανε οι άνθρωποι. Ηθελα-δεν ήθελα, με εξαναγκάσανε το καΐκι να το ρίξω στη θάλασσα.
•Θυμάσαι το όνομα του καϊκιού;
«Παναγία Κοίμηση», νηολόγιο Καλαμών 414, εκεί το είχα φτιάξει. Εγώ ήμουνα τότε 17-18 χρονώ παιδί. Αλλά ήμουνα μπασμένος στη ναυτική εργασία και μου άρεσε κιόλας. Ηρθανε και με βρήκανε στο σπίτι πενήντα έως εκατό Κρητικοί. «Να μας πας στην Κρήτη, θα σε πληρώσουμε», μου λένε, «δεν θέλουμε τζάμπα». Βρε παιδιά, τους λέω, ακόμη δεν έχουνε ησυχάσει τα πράγματα. Ασε να ησυχάσει η κατάσταση γιατί ήδη έχω αποφασίσει να κάνω αυτή τη δουλειά. Γιατί αρχινάγανε τα αεροπλάνα να πηγαίνουν από το αεροδρόμιο των Μολάων να βομβαρδίζουν την Κρήτη. Μου λένε: «Μέχρι αύριο πρέπει να μας πάρεις, να μας πας όσους μπορείς».
Η μάνα μου δεν ήθελε, φοβότανε. Τα υπόλοιπα αδέρφια μου ήτανε μικρά. Την άλλη μέρα λοιπόν πιάσανε το καΐκι συνάερο, σηκωτό και το ρίξανε στη θάλασσα. Τους λέω: Παιδιά, δεν θα φύγουμε τώρα, μόλις νυχτώσει. Εντάξει, μου λένε. Πράγματι μόλις βασίλεψε ο ήλιος ήθελα να πάρω σαράντα και μπήκανε εξήντα-εβδομήντα μέσα. Παραλίγο να βουλιάξουμε, αλλά τι να κάνουμε;
•Είχε μηχανή το καΐκι; Πόσα μέτρα ήταν;
Το καΐκι ήταν 11,5 μέτρα σκάφος. Μηχανή είχα πέντε άλογα Πετεινάρι Καλαματιανή. Εκανα τον σταυρό μου γραμμή. Εγώ ήξερα πού να πάω. Την Ελλάδα την ξέρω -πώς να σου πω- μέχρι νύχι. Πήγα σε ένα μέρος στη Γραμπούσα και τους έβγαλα εκεί, αλλά δεν μου άρεσε το μέρος. Οταν ο καιρός ήταν καλός κάναμε οκτώ-εννιά ώρες ταξίδι και άλλες εννιά να γυρίσουμε. Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογούμε, αρχίνισα αυτή τη δουλειά, αγάντα κι αγάντα, άλλο ταξίδι κι άλλο ταξίδι.
•Στο δεύτερο ταξίδι πόσους πήρες;
Στο δεύτερο ταξίδι πήρα καμιά σαρανταριά Εγγλέζους και δέκα Κύπριους. Μου δώκανε πέντε λίρες χάρτινες - δεν είχαν οι άνθρωποι. Τους λέω, εντάξει. Μάλιστα, ένας μου 'δωσε μια μαντόνα και την έχω ακόμα, είναι πρώτης τάξεως. Ηταν αξιωματικός. Ο,τι είχανε, δεν έκανα εκβιασμούς εγώ σε τίποτα.

•Ποιοι άλλοι καϊκιέρηδες μετέφεραν Κρητικούς;
Μετά, ξεκίνησε ο Μήτσος ο Καψάλης. Ηρθε και με βρήκε και μου είπε: «Ρε Πέτρο, να πάμε μαζί». «Να 'ρθεις, μπαρμπα-Μήτσο», του λέω, γιατί τον αγαπούσα και με αγαπάει ακόμη αυτός. Ηρθε. Ξεκινήσαμε αλλά η μηχανή του δεν δούλευε καλά, τον έδενα στον γυρισμό ρεμούλκα. Το καλοκαίρι εκείνο (1941) έκανε 5-6 ταξίδια. Μετά ξεκίνησε ο Κουτουριάρης (ο Σταθάκης ο Γιάννης), αν έχεις υπόψη σου. Ηρθε και με ήβρε. «Μπάρμπα Γιάννη, όπου θέλεις πήγαινε» του λέω, «και στη Γραμπούσα ακίνδυνα είναι, μοναχά ότι περνάει καταδίωξη, από τα Χανιά, και πάει στο Καστέλι, εκείνη την ώρα είναι τύχη. Από τ’ άλλα τα ξέρεις». Και εκείνος την ήξερε την Κρήτη γιατί είχε διχτυάρικο. Μετά ξεκίνησε ο Μηνάς ο Σταθάκης, που έχει τώρα το «Ιόνιο», με μια τράτα, έβαλε μηχανή και με κυνηγούσανε από πίσω.

•Πόσους ανθρώπους μετέφερες συνολικά;
Μέχρι που τέλειωσε ο πόλεμος, εγώ στην Κρήτη άνω από δέκα χιλιάδες Κρητικούς, χίλιους Εγγλέζους και καμιά εκατοπενηνταριά Κύπριους. Δεν ήταν πολλοί οι Κύπριοι, δεν κατέβαιναν από εδώ, είχαν πάει από την Καλαμάτα και φεύγανε με μεγάλα καΐκια. Μετά άρχισα να κάνω ταξίδια στον Πειραιά γιατί φόρτωνα σαπούνια και λάδια. Μια φορά πήγα στην Αθήνα γιατί είχα ένα συγγενή. Εκεί στην Ομόνοια που έκατσα σε ένα καφενείο, με πλησίασε ένας. Δεν ξέρω τώρα, βαλτός ήταν, με έκοψε από τη φάτσα; «Μου επιτρέπεις να πληρώσω τον καφέ σου; Θέλω να μιλήσω μαζί σου. Είσαι», μου λέει, «ναυτικός, λέγεσαι Αρώνης Πέτρος, είσαι από το Ελαφονήσι;» Του λέω ναι. «Είναι καμιά πενηνταριά Κρήτες στη Γλυφάδα, έλα απόψε να τους πάρεις και ζήτησέ τους ό,τι θέλεις», μου λέει. Του λέω, άκου να δεις, έχω κάτι βαρέλια άδεια και αν μπορέσω και τα βγάλω, καλώς, αλλιώς αύριο το βράδυ στις εφτά εξάπαντος. Πήγα τα βαρέλια, τα 'βαλα στου Ηγουμενίδη που πηγαίναμε τα λάδια. Μετά πήγα στο καφενείο της Γλυφάδας που μου είχε πει ο άγνωστος. Οι Κρήτες καθόντουσαν απόξω. Mου λένε: «Είσαι ο τάδε;», λέω ναι. Στις δέκα το βράδυ φόρτωσε το καΐκι και βγήκαμε στην Αγριογραμπούσα στην Κρήτη. Αλλά δεν μου άρεσε και πήγα και ανακάλυψα ένα λούκι πάνω στον Κάβο Σπάθη, Χαράκα τη λένε οι Κρήτες. Αφού πήγα μια φορά, μετά πήγαινα συνέχεια μέχρι που με ακολουθήσανε και οι άλλοι και πηγαίνανε εκεί. Δεν είχαν λεφτά όμως οι άνθρωποι. Εγώ συνέχισα τα ταξίδια και μετά από ένα χρόνο έκανα ένα καΐκι καινούργιο και το 'βγαλα «Κάβο Σπάθη», χάρις της τοποθεσίας που πήγαινα και έβγαζα τους Κρήτες και τους Εγγλέζους. Μου το 'κανε ο Ψαρρός ο Γιώργης στο Πέραμα.

•Ποια ήταν η σχέση σου με τους Κρητικούς και τους Εγγλέζους;
Με τους Κρητικούς πρώτης τάξεως. Αλλοι είχαν παράπονα, ότι δεν τους πλερώνανε, ότι τους φοβερίζανε. Εμένα δεν με ενόχλησαν ποτέ και όπου πάω στην Κρήτη, σε όποιο χωριό, θα βρεθούνε είκοσι-τριάντα άνθρωποι. Στο Καστέλι έχω φίλους χιλιάδες και βαφτισιμιούς. Αμα δεν είχε κανείς λεφτά, του λέω, εντάξει, θα σε πάρουμε χωρίς λεφτά.
Μια φορά ήμουνα αραγμένος σε κάτι νησάκια στην Υδρα, στη Σουπιά. Ηρθανε καμιά δεκαριά Εγγλέζοι και μου βάλανε το πιστόλι στο αυτί. Πρώτη φορά το κάνανε αυτό Εγγλέζοι σε μένα. Τους λέω, τι θέλετε; Είχανε μια γυναίκα διερμηνέα. Μου λέει θα τους πας στην Πάρο, θα σε πληρώσουνε. Πόσα θέλεις; Ρε παιδιά, τους λέω, είμαι φορτωμένος. Το καΐκι είναι μικρό. Εχω μέσα 25 βαρέλια λάδι. Μου λένε, θα μας πάρεις θέλεις-δε θέλεις και τραβάει κι άλλος ένας το πιστόλι. Τι να κάνω; Τους βάνω μέσα και πήγα στην Πάρο 5 Εγγλέζους και μου δώσανε 20 λίρες χάρτινες. Φορτωμένος από εκεί, πήγα Πειραιά, από το Πασαλιμάνι μετά, φόρτωσα Κρητικούς πάλι για την Κρήτη.
•Πήγαινες σε άλλα μέρη εκτός από την Κρήτη;
Οταν δεν είχα Κρητικούς, πήγαινα στα νησιά, στη Σαντορίνη, στην Πάρο, και φόρτωνα κρασιά. Ενα ταξίδι λοιπόν ήμουνα στο Πασαλιμάνι. Ηρθε ένας και μου είπε: Θα πας στην Τουρκία. Θα 'ταν το ’42. Είναι καμιά δεκαπενταριά, είναι μεγάλοι, υπουργοί και τέτοιοι, δεν χρειάζεται να σου πω ποιοι είναι, και πέντε Εγγλέζοι. Και μάλιστα μου λέει, θα τους πας οπωσδήποτε, γιατί κάθονται τώρα οι Εγγλέζοι δύο μήνες και δεν βρίσκουνε καΐκι να πάνε και θα σε υποχρεώσουνε. Και στο καΐκι θα έρθουνε νύχτα να σε εκβιάσουνε. Να έρθεις καλύτερα όμως να σε πάω να μιλήσεις, να συνεννοηθείς με το καλό, να ζητήσεις τι λεφτά θέλεις χωρίς να γίνει σαματάς και φασαρία. Και πού θα τους βάλω, ρε καλόπαιδο; Ενα παιδί, νεαρός ήταν. Μου λέει: Αυτοί φοράνε πολιτικά και από εδώ μπορείς να τους πάρεις. Τέλος πάντων, συνεννοηθήκαμε, πήγα στη Βάρκιζα, τους βάνω μέσα και πήγα στον Τσεσμέ της Τουρκίας. Αμέσως τους έβγαλα. Δεν με αφήκανε να κάτσω καθόλου να μη με πιάσουν οι Τούρκοι. Κάτι παθαίνει η μηχανή, πάω στη Σάμο, τη φτιάχνω και τη νύχτα γυρνάω στο Πασαλιμάνι. Ηταν μπλεγμένα τα χαρτιά μου. Το ναυτολόγιο απόπλου που είχα ήταν για την Υδρα και δεν πήγα στην Υδρα να το θεωρήσω. Με πιάνουν οι Γερμανοί και με κλείνουν φυλακή. Εκατσα 3,5 μήνες στο Πασαλιμάνι, στη Χωροφυλακή στο Μεταβατικό, δεν ξέρω πώς το λένε εκείνο.

•Ξανάρχισες ταξίδια;
Επιστρέφω στη Νεάπολη, ξαναβρίσκω Κρητικούς, φορτώνω μοναχός για Κρήτη. Πλήρωμά μου ήταν ο ξάδερφός μου ο Αρώνης ο Πέτρος. Μέχρι να βρω πλήρωμα έπαιρνα στα ταξίδια τον μικρό μου αδερφό, ήταν καμιά δεκαριά-δωδεκαριά χρόνων. Τον παίρνω, φορτώνουμε από εδώ Κρητικούς, πάλι στην Κρήτη. Εκανα δύο ταξίδια με τον μικρό μου αδερφό, δεν μου πήγαινε καλά και τον έστειλα σχολείο.
•Σε είχαν χτυπήσει ποτέ;
Εμένα τα υποβρύχια με ξέρανε και με είχαν πιάσει πολλές φορές. Στα Αντικύθηρα είχανε βάσεις, εγώ το 'ξερα, πολλές φορές είχανε βγει και είχαν πάρει και νερό.
•Σε πιάσανε οι Γερμανοί άλλες φορές;
Το ’42 τον Αύγουστο με πιάσανε Ιταλοί στον Κάβο Μαλιά, ερχόμενος από Κρήτη. Τους είχα βγάλει όμως τους Κρητικούς όξω, δεν βρήκανε τίποτα, ίχνος. Ενας Ιταλός ήξερε φαρσί τα ελληνικά. Μου έλεγε, από την Κρήτη έφερες Εγγλέζους, πήγες Εγγλέζους. Οχι, ρε παιδιά, τους λέω. Μου λένε: στη Νεάπολη. Πήγα στη Νεάπολη το λοιπόν και βρίσκω δύο στο κρατητήριο. Από τη Νεάπολη στο Γύθειο, εκεί έμεινα δέκα μήνες φυλακή και ύστερα με πήγαν στη Σπάρτη, όπου ήμουνα τρεισήμισι μήνες φυλακισμένος. Μου λένε: Εσύ τώρα δύο-τρία χρόνια δεν κάνεις άλλη δουλειά, κουβαλάς Κρητικούς στην Κρήτη. Λοιπόν, ή ντουφέκι θα πας ή θα σε στείλουμε στην Ιταλία, μου λένε. Στη φυλακή του Γυθείου βρήκα πολλούς συναδέλφους ναυτικούς Μανιάτες. Τώρα που σ' τα διηγούμαι εγώ, κλαίω να 'χεις υπόψη σου.
•Σταμάτησες μετά τη φυλακή;
Εκατσα στο Λαφονήσι καμιά βδομάδα. Δεν μου πήγαινε να κάθομαι. Ηταν τότε αρχιμανδρίτης Νεαπόλεως ένας Λαλούσης, ο οποίος πέθανε προ ημερών (1990). Οι Κρητικοί πήγαιναν και του φορτωνόντουσαν και τους μάζευε ψωμιά, τρόφιμα και τέτοια και τους έδινε. Τους μάζευε και κατόπι μου παράγγελνε και πήγαινα και τους φόρτωνα ή αν έβρισκε άλλο καΐκι ο άνθρωπος τους έδιωχνε, ενδιαφερότανε. Μια φορά μου παράγγειλε ότι είναι καμιά τριανταριά Κρητικοί και πήγα μέσα από τη Νεάπολη και φόρτωσα και έφυγα, μάλιστα ήταν εκεί οι Ιταλοί.
Ολο το διάστημα της Κατοχής, μέχρι την ημέρα που πήγα στρατιώτης, το '46 τον Απρίλιο, έκανα αυτή τη δουλειά, κουβάλαγα Κρήτες, Εγγλέζους, εμπόριο και ό,τι άλλο τύχαινε από άλλα νησιά. Εδώ δεν είχαμε ρουφιάνους, ήμαστε άφταστα μυστικοί, δεν υπήρχε ρουφιανιά στο Λαφονήσι.

Μηνάς Σταθάκης: Εγινα Κρητικός

Ο Μηνάς Σταθάκης ήταν 76 ετών όταν τον καταγράψαμε. Είχε μειωθεί σημαντικά η μνήμη του, όπως και των περισσότερων.
Ηταν πατέρας του υπουργού Γιώργου Σταθάκη. Αφηγείται: «Εκανα ένα ταξίδι από τον Πειραιά και τα υπόλοιπα από τη Νεάπολη. Μας έφερνε σε επαφή με τους Κρητικούς ο παπα-Μανόλης. Τους παίρναμε από τον Νερατζιώνα και το Παλιόκαστρο ή άλλα μέρη για να μη μας βλέπουν οι Ιταλοί που ήταν στη Νεάπολη. Βάζαμε τους Κρητικούς κάτω από τους μουσαμάδες και δεν τους έβλεπαν οι Ιταλοί. Το καΐκι ήταν μεγάλο, δώδεκα τόνων. «Ελένη» το 'λεγαν, αλλά επειδή κάτι είχαν αντιληφθεί οι Ιταλοί, του αλλάξαμε όνομα και το ονομάσαμε «Αγία Παρασκευή». Είχα τρία άτομα πλήρωμα. Μετά την Κατοχή πήγα στο Καστέλι, παντρεύτηκα, έγινα Κρητικός».

Γιάννης Βασιλάκης (Βασιλογιάννης): Μας χτύπησαν οι Ιταλοί

Ο Γιάννης Βασιλάκης ή Βασιλογιάννης από τα Καλέσσα Ηρακλείου, έφτασε στα Παπαδιάνικα Λακωνίας και μετά στη Νεάπολη.
Θυμάται: «Τα χωριά που γυρίζαμε ήταν στα Παπαδιάνικα, εδιακονούμαστε βέβαια και άμας εθέλαμε να φύγουμε ζητούσαμε καΐκι.
•Ποιον συναντήσατε στη Νεάπολη;
Τον παπα-Μανόλη. Δεν έχουμε πατριώτη έτσι εμείς επαέ. Τηλεφωνεί από τη Νεάπολη του καΐκτσή που ήτο απέναντι (στο Ελαφονήσι) και ήρθε.
•Πώς ήταν το ταξίδι;
Οτενε περνούσαμε στα Αντικύθηρα, μας επήρανε πρέφα οι Ιταλοί και μας ρίχνουνε με μυδράλιο και τρυπούνε το καΐκι. Εβανε τσουβάλια ο καϊκτσής, αλλά δεν έσταινε το νερό και μεις το βγάναμε ύστερα με τις ντενέκες το νερό και το χύναμε στη θάλασσα. Αλλά οι Ιταλοί ετηλεφωνήσανε στη Γραμβούσα και λέει, ένα καΐκι έρχεται με αιχμαλώτους, μόνο κανονίστε να τους πιάσετε. Και πραγματικά, μόλις ενύχτωνε, βάνουν τον προβολέα και μας κήρυκε. Τυραννήθηκε βέβαια μια ολιά, αλλά ο προβολέας το βρήκε το καΐκι. Και ύστερα δα ήρθε ένα άλλο καΐκι γερμανικό με 4 Γερμανούς με ταχυβόλα και μας επήρανε και μας επήγανε στη Γραμβούσα και εκεί μας εβγάλανε. Και κάναμε κει τρεις ημέρες. Μας είχαν για τιμωρία οι Γερμανοί και παίρναμε θάλασσα με ντενέκες και τση βγάζαμε στα όρη. Υστερα από τρεις μέρες μας παρατούνε και φύγαμε. Από εκεί δα εκάναμε έξι μερόνυχτα να 'ρθουμε στα Καλέσσα. Οι Γερμανοί δεν μας πειράξαν στα Καλέσσα.
•Πόσα άτομα είσαστε όλοι; Θυμάσαι;
Πώς δε θυμούμαι. Είμαστε τέσσερα άτομα, εγώ, ο Ιωάννης Βασιλάκης, Ιωάννης Σερμιδάκης, από τα Καλέσσα, Εμμανουήλ Σητειακάκης και Γεώργιος Ρουκουνάκης από επαέ. Οι υπόλοιποι ήταν Χανιώτες, είκοσι εννέα άτομα ήμαστε στο καΐκι. Το καΐκι είχε μόνο κουπιά, δεν είχε μηχανή, ήταν βάρκα.

Καϊκιέρης Μήτσος Καψάλης: Ή ταν ή επί τας

Ο 94χρονος Μήτσος Καψάλης από το Ελαφονήσι έκανε πολλά ταξίδια στην Κρήτη και στον Πειραιά.
Τον συναντήσαμε περίπου το 1989, σπίτι του, με τη γυναίκα του την Αντωνία, η οποία περιέθαλπε σπίτι τους Κρητικούς, άλλους Ελληνες, Αγγλους κ.λπ., μέχρι να πάνε στη μεγαλόνησο. Παράλληλα, από Κρήτη μετέφερε στην Πελοπόννησο μέλη του ελληνικού στρατού ή προερχόμενους από τη Μέση Ανατολή. Οταν τον ρωτήσαμε για τα επικά αυτά ταξίδια, δάκρυσε μαζί με τη σύζυγό του Αντωνία.
•Τι θυμάσαι από τη μεταφορά των Κρητικών;
Τώρα είμαι 94 χρόνων. Πριν από δέκα χρόνια τα θυμόμουνα όλα, ονόματα, ανθρώπους, καταστάσεις. Το καΐκι το λέγαν «Μυρτιδιώτισσα», ήταν φτιαγμένο στην Κορώνη. Είχανε καΐκια πολλά εδώ, αλλά δεν μπορούσαν να πάνε, έπρεπε να είναι καΐκι μικρό, ειδικό, να πηγαίνω να βγάζω τους Κρητικούς σε απόκρημνα μέρη. Πήγαινα νύχτα στις 11 ή στις 12 και έπρεπε να 'ρθει ώρα 2 τη νύχτα για να αποβιβάσω τους ανθρώπους όξω, διότι γύριζε η καταδίωξη. Είχαν νοικιάσει οι Γερμανοί μοτόρια και γυρίζανε μέχρι τις 12 το βράδυ. Εγώ είμαι τώρα 94 χρόνων, ο γιος μου όταν τον έπαιρνα μαζί ήταν 16.
•Στη Νεάπολη ποιοι φυγάδευαν τους Κρητικούς και τους Αγγλους;
Στη Νεάπολη τους μάζευε ο παπα-Μανόλης (Λαλούσης), πέθανε τώρα προχθές (1990). Μου έλεγε: «Καπτα-Μήτσο, θα τους μαζεύω εγώ στη Νεάπολη και θα 'ρχεσαι εσύ εδώ να τους πηγαίνεις». Καθόταν ο άνθρωπος μέχρι τελευταία που τους μπαρκάριζα. Μετά μας σταύρωνε ο άνθρωπος, «να πάτε στην ευχή της Παναγίας», και μάλιστα μια φορά πήρα τριάντα νοματαίους μέχρι μπούνια και το καΐκι ήταν 7-8 μέτρα με μηχανή. Στα πάνω έφερνα αυτούς που είχαν πάει Μέση Ανατολή και τους έφερνα δωρεάν, δεν είχανε. Εγώ ρολόγια δεν έπαιρνα.
Η κυρά Αντωνία Καψάλη θυμάται τότε που «ήρθαν παιδιά από τη Σχολή Ευελπίδων και τους έστρωσα να κοιμηθούν μέχρι να φύγουν».

24 Μαΐου 2015

Το ολοκαύτωμα στον Κακόπετρο Χανίων (24 Μαίου 1941) και η φωτογραφία της Αγιάς.

Του Δημήτρη Δαμασκηνού, εκπαιδευτικού Δ.Ε.
negreponte2004@yahoo.gr

Ο Κακόπετρος, επαρχίας Σελίνου Ν. Χανίων δέχτηκε για πρώτη φορά την άγρια εκδικητικότητα των Γερμανών Ναζί  στις 24 Μαίου 1941:
«Ήταν μεσημέρι του Σαββάτου, όταν μια ομάδα τριάντα περίπου Γερμανών οπισθοχωρούσαν προς τις Βουκολιές, πεζοπόροι, βρέθηκαν ακριβώς στο κέντρο του χωριού Κακόπετρος, στο δημόσιο δρόμο, πάνω από τη συνοικία Μιχελιανά. Εκεί, πάνω από το σπίτι του Λουφαρδαντώνη, τρεις Γερμανοί αποσπάστηκαν από την υπόλοιπη ομάδα και  πέταξαν προς το δώμα του σπιτιού τρεις χειροβομβίδες.


Μέσα στο σπίτι ήταν έξι γυναίκες και δύο νήπια. Στη συνέχεια εκτέλεσαν με ριπές πυροβόλου 5 γυναίκες και τον γιο της Ελευθερίας Λουφαρδάκη - Κουριδάκη, το Μανώλη, μόλις 3 ετών, ενώ τραυμάτισαν  βαρύτατα την Κυριακούλα, χήρα Νικολάου Μαλανδράκη, τη γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά της το δεύτερο νήπιο, τη Μαρία Ανδρέα Τσοντάκη, μόλις 2 ετών που από θαύμα σώθηκε».
«Επίσης στις 28 Αυγούστου 1944,τα χαράματα, οι πολλές δεκάδες Γερμανοί φασίστες που είχαν περικυκλώσει από τα μεσάνυχτα τον Κακόπετρο, όρμησαν μέσα στο χωριό πυροβολώντας και πετώντας δεκάδες χειροβομβίδες στα χαλόσπιτα. Πραγματική κόλαση. Εκτέλεσαν όλους τους άντρες που έβρισκαν στο πέρασμά τους κι ορισμένους πριν τους εκτελέσουν τους βασάνισαν, όπως τους δυο γιούς της Κυριακούλας, χήρας Νικολάου Μαλανδράκη, τον Αναστάση 21 χρονών και τον Μιχάλη, 19. Τους γάζωσαν με σφαίρες στην αυλή του σπιτιού τους, μπροστά στα μάτια της μάνας τους, που την κρατούσε ένας Γερμανός για να μην τρέξει σε βοήθεια των παιδιών της τη στιγμή που ο Μιχάλης, όρθιος ακόμη, προσπαθούσε να βάλει με τα χέρια του μέσα στην κοιλιά τα σπλάχνα του, που είχαν χυθεί στην αυλή κι ενώ τα κτήνη έβγαζαν φωτογραφίες να τις έχουν για ενθύμιο. Εκείνη την μέρα στο Κακόπετρο 23 άντρες έπεσαν νεκροί» [1].

«Επιστρέφοντας από Κάντανο, στο δρόμο, προς Κακόπετρο», θυμάται ο Κ. Κουτουλάκης, «είδαμε στο πλάι του δρόμου να στέκει ένας χωρικός, να κρατεί ορθό ένα δοκάρι και να μάσε κάνει νόημα να σταματήσουμε. Άμα πλησίασε το αυτοκίνητο, έριξε το δοκάρι και σταμάτησε αναγκαστικά το αυτοκίνητο.
    -Ήρθετε, λέει, να καταγράψετε για το αίμα που χύθηκε… έχετε κ’ επαέ να σημειώσετε κατιτίς…
    -Τί;
    -Τέσσερις γυιούς μου σκοτώσανε… Οι δυο τελευταίοι ήσανε δίδυμα…
    Πώς σε λένε;
    -Δεσποτάκη… μα επειδή είστε κουρασμένοι, περάσετε κι από το σπίτι να πάρετε ένα νερό…
    Το σπίτι του ήταν εκεί δίπλα σε μιαν κατηφοριά. Μπαίνομε μέσα, τί να δούμε, ένα τραπέζι, μ’ όλα του Θεού τα καλά, και στη γωνιά μια γυναίκα μαυροφορεμένη μ’ ένα κοριτσάκι μικρό στην ποδιά της, να κάθεται να κλαίει…
   -Ήντα ’ναι δά τουτανά; ήντα κλαις; Οι αθρώποι δεν ήρθανε για να τωσε χαλάσεις την καρδιά ντως. Ελευτερωθήκαμε, για όχι; Εξέχασές το; Ετσά ’ναι η λευτεριά∙ σε μας ήλαχε να δώσωμε τα παιδιά μας… άλλος τα σπίθια ντου, άλλος ήδωκε τα λιόφυτά ντου… πως σου πόμεινε μόνο η κοπελιά, εγώ θα σου κάμω κι άλλους γυιούς…
   Εκεί είδα τον Καζαντζάκη να κλαίει. Μέσα στ’ αυτοκίνητο μας ήλεγε κι ήκλαιγε ακόμη, είδετε; αυτή είναι η κρητική ψυχή, την ελευτερία την έχει θρησκεία… Ένας τέτοιος λαός υποδουλώνεται ποτές;

Αναλυτικότερα για την εκτέλεση στις 28η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944 των τεσσάρων αδελφών Δεσποτάκη στον Κακόπετρο έχει αναφερθεί ο Θανάσης Πατεράκης στο άρθρο του στα Χ.Ν. [2], όπου καταθέτει τα εξής:

Στο Σέλινο κουφοβροντά [3]
Στο Σέλινο κουφοβροντά,
βρέχει μα βρέχει μπάλες.
Οι Γερμανοί περάσανε
στα Τρα Χωριά τα πέρα,
Μονή και Κουστογέρακο
και Λιβαδά και καίνε,
τα παλληκάρια φτάξανε.
   
«Στις 28 Αυγούστου του 1944, οι Γερμανοί κύκλωσαν το χωριό Κακόπετρος της ορεινής Κισσάμου και όπως είναι γνωστό, παντού σκορπούσαν στο διάβα τους τον όλεθρο και την καταστροφή. Πήγαν στο σπίτι της Μαρίας και του Κωνσταντίνου Δεσποτάκη και πήραν τα τέσσερα από τα αγόρια (ο πέμπτος έλειπε) της οικογένειας που είχε συνολικά έξι παιδιά. Κανείς δεν περίμενε το κακό που επρόκειτο να ακολουθήσει. Οι γυναίκες ήταν στο σπίτι ενώ τα τέσσερα αδέρφια είχαν αρνηθεί να ακολουθήσουν τον πατέρα τους που είχε φύγει από νωρίς για να κρυφτεί σε μια σπηλιά στα Παπαδιανά. Αδίστακτοι οι Γερμανοί, αφού τα εκτέλεσαν στην άκρη του δρόμου, πέταξαν τα άψυχα σώματά τους στην κάτω μεριά του δρόμου, στο σημείο που το απόγευμα της ίδιας μέρας τα βρήκε η δύστυχη μάνα τους. Την επόμενη θάφτηκαν στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, χωρίς ψάλτη, χωρίς παπά. Η κηδεία έγινε πρόχειρα από τις γυναίκες του χωριού και από τους συγγενείς τους. Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία για τον Μανώλη Δεσποτάκη, είκοσι εφτά χρονών τότε, για τον Σπύρο είκοσι τεσσάρων και για τα δίδυμα Αναστάση και Χαραλάμπη μόλις δεκαεφτά χρονών!

«Η φωτογραφία της Αγιάς έγινε την άλλη μέρα», θα υπογραμμίσει ο Κ. Κουτουλάκης. Κ’ εκεί του ’καμε εντύπωση κι όλο σημείωνε, να ξέρει μέσα στις καλαμποκιές, στις ρίζες τους,. Τα κρητικά κόκκαλα… Είδαμε ανοιχτό τάφο με μισολυωμένο το μάρτυρα, καθιστό… τους τουφεκίζανε κι αμέσως τους παραχώνανε και θωρούσανε, λέει, οι χωριάτες το χώμα που τους σκεπάζανε, πολλές φορές να μετακουνιέται… ζωντανοί ήσαν ακόμη οι πατριώτες… κ’ ευτύς βάνανε τους χωριάτες και κάνανε από πάνω χωράφι και φυτεύανε καλαμπόκια.

Δημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα
Ημερομηνία δημοσίευσης: Τετάρτη, 23-10-2013


[1]  Τα ιστορικά στοιχεία είναι παρμένα από το βιβλίο του Δεσποτάκη Ιωαν. Εμμανουήλ, Ο Κακοπέτρος στις φλόγες του πολέμου, Εκδ. Γ΄, Χανιά 2006. Βλ. επίσης και το άρθρο του Δεσποτάκη Ιωαν. Εμμανουήλ, Ο Κακόπετρος στις φλόγες του πολέμου (1940 - 1944), εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, 28-08-2012.

[2] Θανάσης Πατεράκης, 28η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944: Η εκτέλεση των τεσσάρων αδελφών Δεσποτάκη στον Κακόπετρο, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, 03-09-2010.

[3] Από το βιβλίο του Μιχαήλ Γ. Βλαζάκη, ΡΙΖΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΡΗΤΗΣ, Χανιά 1990, σελ. 49.

[4] Βλ. το ρεπορτάζ στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.newsbeast.gr, Μνήμες από την Κατοχή ζωντάνεψαν στην Κρήτη, Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013. Η «Κεντρική επιτροπή διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη», ζήτησε να λάβει πληροφορίες και από τον Κ. Μπασιά και γράφει στην έκθεση της: «Κατά την μαρτυρίαν του αρχηγού του ανταρτικού σώματος Σελίνου Κωστ. Ν. Μπασιά, υπηρετούντος προτού ανεβή εις τα βουνά εις τας φυλακάς Αγιάς ως αρχιφύλακος, οι εκτελεσθέντες εν αυταίς υπερβαίνουν τους 2000, πολλοί δε εξ αυτών απεκεφαλίσθησαν διά πελέκεως η απέθανον εξ ασιτίας και των κακουχιών

25 Μαρτίου 2014

Το άδοξο τέλος των ηρώων του 1821

O Χρίστος Βασιλόπουλος και η «Μηχανή του Χρόνου» θα μας μεταφέρουν την ιστορία των «ξεχασμένων» αγωνιστών του ʼ21, που έδωσαν ό,τι είχαν για την επανάσταση, αλλά πολύ γρήγορα αγνοήθηκαν από την ελεύθερη Ελλάδα…

Ο Νικηταράς, ο μεγάλος και ανιδιοτελής αγωνιστής, γνωστός ως «Τουρκοφάγος», που πρωτοστάτησε στη μάχη στα Δερβενάκια, όπου και έσπασε 3 σπαθιά με την ορμητικότητά του, τα χρόνια του Όθωνα...
 κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του βασιλιά, φυλακίστηκε και εξορίστηκε στην Αίγινα. Στη φυλακή βασανίστηκε άγρια και έχασε το φως του. Όταν αφέθηκε πια ελεύθερος, η υγεία του είχε κλονιστεί σοβαρά. Πέθανε πάμπτωχος και λησμονημένος, έχοντας αναγκαστεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του να ζητιανεύει για να βγάλει τα προς το ζην.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο γενναίος πολεμιστής που λόγω της έντονης προσωπικότητάς του ήρθε σε σύγκρουση με σημαντικούς πολιτικούς της εποχής, γεγονός που οδήγησε σε συνεχείς προσπάθειες για την εξόντωσή του. Κατηγορήθηκε για συνεργασία με τον εχθρό, φυλακίστηκε και τελικώς δολοφονήθηκε με βάναυσο τρόπο. Οι δολοφόνοι του πέταξαν το σώμα του από την Ακρόπολη και εμφάνισαν την υπόθεση ως απόπειρα δραπέτευσης.

Η Μπουμπουλίνα, η μεγάλη καπετάνισσα, έδωσε την περιουσία της για τον αγώνα, και θρήνησε ένα γιο στην επανάσταση. Θύμα και αυτή του εμφυλίου πολέμου αποσύρθηκε στις Σπέτσες, όπου έπεσε θύμα δολοφονίας από την οικογένεια της γυναίκας που ερωτεύτηκε ο γιός της. Η ελληνική πολιτεία έκλεισε την υπόθεση και δεν αναζήτησε τους δράστες.

Τέλος, η ιστορία της Μαντώς Μαυρογένους, της ευγενικής και ρομαντικής ηρωίδας του αγώνα, που έδωσε τα πάντα για την επανάσταση και βίωσε ένα θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτριο Υψηλάντη στα πεδία των μαχών, ο οποίος όμως έληξε άδοξα βυθίζοντας την ίδια στην κατάθλιψη. Η μεγάλη ηρωίδα αναγκάστηκε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, ξεχασμένη και παραγκωνισμένη από την ίδια της την οικογένεια.


***Προσοχή: Στο πρώτο μέρος της εκπομπής  Ο ιστορικός και συγγραφέας Γεώργιος Πραχαλιάς, αποκάλεσε … «προδότη» τον Σερραίο αρχιστράτηγο των μακεδονικών δυνάμεων κατά την επανάσταση του 1821, Εμμανουήλ Παπά, υποστηρίζοντας πως «κάρφωσε» τον ήρωα Νικηταρά στους Τούρκους, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί το 1835. 

O αβάσιμος ισχυρισμός του συγκεκριμένου ιστορικού, αφού ο Εμμανουήλ Παπας πέθανε το 1821, 14 χρόνια πριν απο τη σύλληψη του Νικηταρά, προκάλεσε την αντίδραση του Δ.Σ Εμμανουήλ Παπά, που αποφάσισε να στείλει σχετική διαμαρτυρία στη ΝΕΤ, αλλά και της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Εμμανουήλ Παπάς», που εδρεύει στην Αθήνα, που απέστειλε σχετική επιστολή προς τον δημοσιογράφο Χρήστο Βασιλόπουλο, ζητώντας να υπάρξει επανόρθωση σε επόμενη εκπομπή.

Θ. Κολοκοτρώνης: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!»

«Εγώ όντας εβγήκα εις τον Άγιον Γεώργιον, έγραψα γράμματα εις τον Γενναίον και εις τον Κολλιόπουλον, οπού ήταν συνταγμένοι, και επετάχθηκσν εις το Λιβάρτζι, την επαρχία την προσκυνημένη (Καλαβρύτων), και τους διέταξα: «Τσεκούρι και φωτιά εις τους προσκυνημένους!» Και έτσι επέρασαν εις το Λιβάρτζι. Τότε έστειλεν ο Μπραϊμης καταπατητάδες, να ιδή πού είμαι και τί ασκέρι έχω, και έδωσε ενός Ρωμιού τριακόσια μπαρμπούτια, δια να μάθη πού είμαι και να μου ριχθή επάνω, και εγώ τον έπιασα και έσπειλα εις την δημοσιά και τον εκρέμασα, εις τα Καλάβρυτα, δύο ώρες απ΄ έξω. Τον εκρέμασα με ένα χαρτί που έλεγε το φταίξιμό του: «Προδότης του Έθνους» (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, «Απομνημονεύματα»)
Ο όρος «Νενέκος», είναι συνώνυμος της εθνικής προδοσίας και μάλιστα του χειρίστου είδους, καθώς ο προδότης δεν περιορίζεται απλά στην επαίσχυντη πράξη της προδοσίας, αλλά παίρνει εμφανώς το μέρος του εχθρού, τασσόμενος εμπράκτως εναντίον των συμπατριωτών του. Η απαξιωτική και μειωτική αυτή έκφραση, οφείλεται στον Νενέκο, έναν οπλαρχηγό της Επανάστασης του 1821.
Ο Δημήτριος Νενέκος καταγόταν από το χωριό Ζουμπάτα των Πατρών κι έγινε οπλαρχηγός του προκρίτου της Πάτρας Βενιζέλου Ρούφου (ο Ρούφος αργότερα, διετέλεσε πρωθυπουργός), αφού προηγουμένως δολοφόνησε τους πολεμιστές Σπανοκυριάκο και Σαγιά που διεκδικούσαν το ίδιο αξίωμα.

Αρχικά διακρίθηκε στις πολιορκίες της Πάτρας και του Μεσολογγίου, αλλά μετά την άλωση του, συνεργάστηκε με τον αλβανικής καταγωγής, Αιγύπτιο στρατηγό Ιμπραήμ, ο οποίος του προσέφερε ορισμένα προνόμια.
Το 1826 προσκύνησε και συμπαρέσυρε μαζί του και πολλούς άλλους. Το 1827, επικεφαλής των Τουρκοπροσκυνημένων πολέμησε εναντίον των Ελλήνων και τους νίκησε. Για αυτά τα «κατορθώματα» του και με τη μεσολάβηση του Ιμπραήμ, έγινε με διαταγή του Σουλτάνου, «μπέης». Οι «προσκυνημένοι», σε συνάρτηση και με την επέλαση του Ιμπραήμ, αποτέλεσαν εκείνη την εποχή, μεγάλο πρόβλημα για την έκβαση της Επανάστασης και την έθεταν σε άμεσο κίνδυνο.
Ήταν τότε, που ο Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βλέποντας τις θυσίες και τους αγώνες των Ελλήνων, να πηγαίνουν χαμένοι, από την μάστιγα των «προσκυνημένων»(στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου»), αντέτεινε το ιστορικό «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!» και «ξαναζωντάνεψε» την ετοιμοθάνατη Επανάσταση.
Απάντησε με μια χωρίς προηγούμενο τρομοκρατία στην τρομοκρατία του Ιμπραήμ. Όσα χωριά αρνούντο να επανέλθουν στο ελληνικό στρατόπεδο, δέχονταν αιφνιδιαστικές επιθέσεις από τους άνδρες του Γέρου. Σε όλο τον Μοριά οι πρωτεργάτες του προσκυνήματος συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν. Στις πλατείες των χωριών οι απαγχονισμένοι συνεργάτες του εχθρού έκαναν τους διστακτικούς κατοίκους να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τους τις απειλητικές προειδοποιήσεις του Έλληνα στρατηγού.
Όταν ο Ιμπραήμ από την Πάτρα ξεκινούσε για τα Καλάβρυτα με τον στρατό του και το Νενέκο με 2.000 δικούς του(!) στο χάνι του Βερβένικου ο Ιμπραήμ παραδρόμησε και περαπλανήθηκε μέσα στο δάσος ώσπου έπεσε πάνω στο Νενέκο και τους Αρβανιτάδες του. Στου Δεσπότη τη Βρύση καθώς προχωρούσε αυτός με τη νέα του συνοδεία κοιμήθηκε.
Στην διάρκεια του ύπνου του όμως τον φύλαγαν καλά οι Νενεκαίοι γι’ αυτό σαν έφτασε στο στρατόπεδό του «επήνεσε τον Νενέκον δια την πίστην του, και παρρήσια μάλιστα τον εχάιδευσε με τα χέρια του ενώπιον των επισήμων Τούρκων». Ο Κολοκοτρώνης μαθαίνοντας ότι ο Νενέκος είχε τον Ιμπραήμ στα χέρια του και δεν τον «έφαγε», σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του υπασπιστή του Φωτάκου, αγανάχτησε που «…ωρκίσθει παρρησία ημών εις τον Μεγάλον Θεόν των Ελλήνων και είπεν, ότι επιθυμεί τον φόνον του Νενέκου, και αν τον εύρισκε πουθενά με τα ίδια του τα χέρια τον εφόνευεν, πράγμα πολύ παράξενον και πρωτάκουστον απο το στόμα του Κολοκοτρώνη να ομιλή περί φόνου, και ότι μόνος του θέλει να τον κάμη».
Η εκτέλεση του Νενέκου, έγινε τελικά το 1828, κατ’ εντολήν του Κολοκοτρώνη, από τον αδελφό του δολοφονημένου Σαγιά. Έκτοτε, το όνομα του Νενέκου ταυτίστηκε με τον προσκυνημένο, το δουλοπρεπή άνθρωπο, το μίασμα, τον προδότη, τον άνθρωπο που δεν έχει σε τίποτα να ξεπουλήσει τις ιδέες του, την αξιοπρέπεια του, την εθνική, την αγωνιστική του ταυτότητα, πουλώντας τους παλιούς συναγωνιστές του και συμπράττοντας με παλιούς αντιπάλους του προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συγκυριακά του συμφέροντα.
ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΟΧΑΡΤΙ ΚΑΙ Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ
Προσκύνημα ονομαζόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η δήλωση υποταγής μεμονωμένων ατόμων ή ολόκληρων ομάδων ή και περιοχών προς τον κατακτητή, εναντίον του οποίου είχαν εξεγερθεί.
Η αποδοχή της υποταγής εκφραζόταν έμπρακτα από τους Τούρκους με χορήγηση στους προσκυνημένους ειδικού πιστοποιητικού, γνωστού ως «ράι μπουγιουρντί» ή «προσκυνοχάρτι». Με αυτό τον τρόπο οι επαναστατημένοι επανέρχονταν στην κατάσταση του νομιμόφρονα υπηκόου.
Υπό αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ο Γέρος στην κυριολεξία «ξαναζωντάνεψε» την ετοιμοθάνατη Επανάσταση. Με το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» απάντησε με μια χωρίς προηγούμενο τρομοκρατία στην τρομοκρατία του Ιμπραήμ.
Σε όλο τον Μοριά οι πρωτεργάτες του προσκυνήματος συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν.
«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» «Καθόμουν και έκλαιγα για την Ελλάδα. Παναγιά μου βοήθα κι αυτή τη φορά τους Έλληνες» (Θόδωρος Κολοκοτρώνης).
Στις αρχές του 1827 η Πελοπόννησος εξακολουθούσε να υφίσταται λεηλασίες και καταστροφές από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Πολλές φορές οι Αιγύπτιοι επέστρεφαν για 2η φορά στο σημείο από το οποίο είχαν περάσει λίγες ημέρες νωρίτερα, ολοκληρώνοντας την καταστροφή. Οι περισσότερες εστίες αντίστασης είχαν εξουδετερωθεί.
Παρ’ όλα αυτά, οι Αιγύπτιοι δέχονταν συνεχείς επιθέσεις ελληνικών τμημάτων στρατιωτών και χωρικών, οι οποίοι, καθώς δεν μπορούσαν να δώσουν μετωπική μάχη, πλευροκοπούσαν τις εχθρικές φάλαγγες ή τις κτυπούσαν από τα νώτα προκαλώντας σε αυτές μεγάλες απώλειες.
Οι Πελοποννήσιοι συνέχιζαν την συγκινητική τους αντίσταση εξαντλημένοι, πεινασμένοι και άοπλοι οι περισσότεροι, παρ όλο που ο Ιμπραήμ εφάρμοσε την μέθοδο του προσκυνήματος σε μεγάλη κλίμακα, ιδιαίτερα μετά την επιστροφή του από το Μεσολόγγι.
Προσκύνημα ονομαζόταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η δήλωση υποταγής μεμονωμένων ατόμων ή ολόκληρων ομάδων ή και περιοχών προς τον κατακτητή, εναντίον του οποίου είχαν εξεγερθεί.
Ο Κολοκοτρώνης ανέφερε στα απομνημονεύματά του ότι όσοι οπλαρχηγοί προσκυνούσαν, κυρίως λόγω των υψηλών χρηματικών αμοιβών που τους υποσχέθηκε ο Ιμπραήμ, ήταν πρώην μισθοφόροι στην υπηρεσία των προκρίτων του Μοριά. Πάντως, οι περισσότεροι άλλαζαν στρατόπεδο υπό τον φόβο των αιγυπτιακών επιδρομών.
Έτσι, οι βίαια και από φόβο προσκυνημένοι πολλαπλασίαζαν το κακό και έδιναν μια θλιβερή εικόνα προδοσίας που εκτεινόταν από την Ηλεία έως την Πάτρα, τη Βοστίτσα και τα Καλάβρυτα. Τότε ο Κολοκοτρώνης προσέφερε την τελευταία μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα. Υπό αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ο Γέρος στην κυριολεξία «ξαναζωντάνεψε» την ετοιμοθάνατη Επανάσταση.
Με το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» απάντησε με μια χωρίς προηγούμενο τρομοκρατία στην τρομοκρατία του Ιμπραήμ. Μεταχειριζόμενος σκληρά μέτρα, απέτρεψε τον λαό της Πελοποννήσου από το να επανέλθει κάτω από την οθωμανική κυριαρχία και διατήρησε την φλόγα του πολέμου άσβεστη μέχρις ότου έγινε η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν για την ελευθερία(;) της Ελλάδας.
Όσα χωριά αρνούντο να επανέλθουν στο ελληνικό στρατόπεδο, δέχονταν αιφνιδιαστικές επιθέσεις από τους άνδρες του Γέρου. Σε όλο τον Μοριά οι πρωτεργάτες του προσκυνήματος συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν. Στις πλατείες των χωριών οι απαγχονισμένοι συνεργάτες του εχθρού έκαναν τους διστακτικούς κατοίκους να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τους τις απειλητικές προειδοποιήσεις του Έλληνα στρατηγού.
Μέσα στις τρομερά αντίξοες συνθήκες, που αυξάνονταν από την απροθυμία της Αντικυβερνητικής Επιτροπής να βοηθήσει τον Γέρο με χρήματα και με πολεμοφόδια, εκείνος έβλεπε ότι μόνο με τέτοιου είδους μέτρα θα μπορούσε να αποσοβήσει την μεγάλη καταστροφή.
Ταυτόχρονα βέβαια προσπαθούσε με νουθεσίες να επαναφέρει τους προσκυνημένους στο πατριωτικό τους χρέος. Απόσπασμα από το άρθρο «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» του Ιστορικού Νίκου Γιαννόπουλου, όπως δημοσιεύθηκε στο εξαιρετικό αφιέρωμα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, από την εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» (Σάββατο, 21/03/2009).
Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ-«εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει».
Ο Κολοκοτρώνης, πολύ έμπειρος και φιλοσοφημένος άνθρωπος, περίμενε τους κατατρεγμούς του από το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Ο ίδιος διηγούνταν στον Τερτσέτη: Πήγαινα στην τέντα μου και έτρωγα λίγο ψωμί. Κάποιος φίλος μου, ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, μου λέει: «Άιντε, Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου και η πατρίδα σου θα σε ανταμείψει». Εγώ του αποκρίθηκα: «Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει». Η τύχη το έφερε και επαληθεύτηκε.
Στον 1ο εμφύλιο πόλεμο της επανάστασης τον φυλακίσανε σε μοναστήρι στην Υδρα. Επί αντιβασιλείας, το 1833, καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Αργότερα, όταν έγινε βουλευτής, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα.
«Όχι δεν θέλω!», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της!». Αλήθεια, σήμερα αυτή η φράση, «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» σε κάποιους θα τους προκαλεί ανατριχίλα, διαταράσσοντας τα γαλήνια και πολύ ρηχά νερά του «ανθρωπισμού» τους.
Είναι όμως μια φράση που συμπυκνώνει τον αγώνα και μάλιστα τον ΑΓΡΙΟ αγώνα που πρέπει να κάνει ένας αληθινός Πατριώτης ενάντια στον γραικυλισμό, την υποτέλεια και τον ραγιαδισμό που βασανίζουν αυτόν τον λαό σήμερα.
Είναι ένα ξυπνητήρι αυτή η φράση στις συνειδήσεις των Ελλήνων για να αντιδράσουν σε όλα αυτά που προετοιμάζονται και γίνονται για αυτούς και χωρίς αυτούς. Είναι μια αντίδραση σε ένα σάπιο, ανθελληνικό κατεστημένο που προωθεί με μαθηματική ακρίβεια την διάλυση της εθνικοκοινωνικής μας συνοχής.
Αυτή την συνοχή εμείς οι Έλληνες Πατριώτες πρέπει να την διαφυλάξουμε ως κόριν οφθαλμού και να θυμίσουμε σε όλα αυτά τα κ**παιδα που λειτουργούν αντεθνικώς, σε όποιο πολιτικό φάσμα και αν ανήκουν ότι αν συνεχίζουν να προκαλούν την οργή των πολιτών, θα εφαρμόσουμε την παραπάνω ρήση και τότε μαύρο φίδι που τους έφαγε.
Πηγή

14 Μαΐου 2013

Η Οικονομική Κρίση 1929 (ΚΡΑΧ)

Ντοκιμαντέρ του BBC
Το καλοκαίρι του 1929 η Αμερική ευημερούσε. Ο κόσμος δανειζόταν από τις τράπεζες για να παίξει στη Γουολ Στριτ. Ο δείκτης Ντόου Τζόουνς (DJIA) έφθασε στο υψηλότερο σημείο του, στις 381.17 μονάδες (3 Σεπτεμβρίου 1929). Οι χρηματιστηριακή αξία των μετοχών είχε αυξηθεί τόσο πολύ, που οι διορατικότεροι μιλούσαν για φούσκα έτοιμη να εκραγεί.
Οικονομικοί κύκλοι φοβούμενοι την κάμψη των τιμών των μετοχών άρχισαν να τις ρευστοποιούν. Στις 24 Οκτωβρίου 1929, 13 εκατομμύρια μετοχές άλλαξαν χέρια, αριθμός ρεκόρ για τα χρηματιστηριακά χρονικά (Μαύρη Πέμπτη). Πανικός άρχισε να καταλαμβάνει τους επενδυτές και τους χρηματιστές. Οι μεγάλοι παίκτες της Γουόλ Στριτ άρχισαν να αγοράζουν μαζικά τα καλά χαρτιά (blue chips), σε μια προσπάθεια να συγκρατήσουν την πτώση. Η τακτική αυτή είχε αποδώσει στη χρηματιστηριακή κρίση του 1907, όχι όμως και τώρα.
Το Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε η κατάσταση δραματοποιήθηκε ακόμη περισσότερο από τον Τύπο. Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου οι τιμές συνέχισαν την κατηφορική τους πορεία, με τους επενδυτές να ξεφορτώνονται τα «χαρτιά» τους, με σκοπό να αναζητήσουν πιο πρόσφορες επενδυτικές ευκαιρίες. Ο δείκτης χάνει 12% της αξίας του και 16,4 εκατομμύρια μετοχές αλλάζουν χέρια.
Την επόμενη μέρα, η Γουόλ Στριτ καταρρέει (Μαύρη Τρίτη). Πολλές τράπεζες που είχαν τοποθετήσει τα χρήματα των πελατών τους σε μετοχές για να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη, αντιμετωπίζουν δυσεπίλυτα προβλήματα και τις επόμενες μέρες κηρύσσουν πτώχευση.
Το χρηματιστηριακό κραχ χειροτέρευσε την ήδη εύθραυστη κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας και συνέβαλε στη Μεγάλη Οικονομική Ύφεση της δεκαετίας του '30, που έπληξε Ευρώπη και Αμερική, με πτωχεύσεις εταιρειών, μαζική ανεργία και μεγάλη κεφαλαιοκρατική συγκέντρωση.
Η Γουόλ Στριτ ανέκαμψε προσωρινά στις αρχές του 1930, για να κατρακυλήσει ξανά το επόμενο διάστημα και ο δείκτης Ντόου Τζόουνς να φθάσει στις 41.22 μονάδες στις 8 Ιουλίου 1932, στο χαμηλότερο σημείο όλων των εποχών. Το 1931 το Κογκρέσο συγκρότησε την Επιτροπή Πεκόρα για να μελετήσει τις αιτίες της χρηματιστηριακής κρίσης και βάσει των πορισμάτων της ψήφισε το νόμο Γκλας - Σίγκαλ του 1933, με τον οποίον διαχωρίστηκαν οι τράπεζες σε εμπορικές και επενδυτικές.
Τα επόμενα χρόνια, με βάση την εμπειρία της Γουόλ Στριτ, τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου πήραν μέτρα για να αποτρέψουν ένα νέο κραχ. Το κυριότερο ήταν η διακοπή των συνεδριάσεων σε περιόδους ραγδαίων μεταβολών της χρηματιστηριακής αγοράς.

Οι επιπτώσεις του Κραχ στις ΗΠΑ σε αριθμούς:

  • 12.000.000 έμειναν άνεργοι. 
  • 12.000 έχαναν τη δουλειά τους κάθε μέρα.
  • 20.000 επιχειρήσεις κήρυξαν πτώχευση.
  • 1.616 τράπεζες πτώχευσαν.
  • 1 στους 20 γεωργούς ξεσπιτώθηκαν.
  • 23.000 αυτοκτονίες σημειώθηκαν σ' ένα χρόνο, αριθμός ρεκόρ.
 

6 Απριλίου 2013

Οταν οι ήρωες πολεμούσαν σαν Ελληνες – H μάχη των οχυρών Ρούπελ 6 Απριλίου 1941

H γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου. Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο, η παρουσία του ήταν προκλητική καθώς η ελληνικές δυνάμεις στερούσαν από αεροπορική κάλυψη. Ελάχιστα λεπτά αργότερα άρχισαν οι επιθέσεις από αεροσκάφη στούκας, στόχος τους εκτός από το οχυρό ήταν και το Κέντρο Αντίστασης Καπίνας.

Η γερμανική επίθεση στα ανατολικά του Ρούπελ
Στα ανατολικά του αριστερού υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου έδρασαν τα τάγματα ΙΙ/125 & ΙΙΙ/125, όπου σύμφωνα με το σχέδιο της επίθεσης έπρεπε πρώτα να καταλάβουν το ύψωμα 350 στο διάκενο των οχυρών Ρούπελ-Καρατάς. Για να μην καταληφθεί το ύψωμα πολέμησαν, η διμοιρία του φυλακίου Κούλας, και του 3ου λόχου προκάλυψης. Το ΙΙ/125 τάγμα πλησίασε, στις 06.40, το ύψωμα 350 και το κατέλαβε με αιφνιδιαστική επίθεση, ακολουθούμενο από το ΙΙΙ/125.
Επίθεση του ΙΙΙ/125 γερμανικού τάγματος
Εκμεταλλευόμενοι τις πτυχώσεις του εδάφους, οι Γερμανοί έφθασαν σε απόσταση 200 μ. από τα έργα του οχυρού Ρούπελ. Οι υπερασπιστές του οχυρού μαζί με την βοήθεια του Καρατάς και του πυροβολικού κατάφεραν να αποκρούσουν και της τρεις επιθέσεις του τάγματος.
Διείσδυση του ΙΙ/125 γερμανικού τάγματος στα νώτα του Ρούπελ
Οι Γερμανοί του ΙΙ/125 τάγματος υποβλήθηκαν σε παρόμοιες δοκιμασίες, αλλά ήταν ο μόνος πραγματικός κίνδυνος για τις ελληνικές δυνάμεις καθ’όλοι την διάρκεια του αγώνα. Από τους 100 άντρες πέρασαν οι 60 με μια ομάδα βαρέων πολυβόλων και μια ομάδα διαβιβαστών. Οι υπόλοιποι λόχοι του τάγματος γνώρισαν την καταστροφή. Ο 5ος λόχος σχεδόν διαλύθηκε. Ο 8ος κατάφερε να περάσει το βράδυ της 6-7/4 και ενώθηκε με τα υπόλοιπα τμήματα το μεσημέρι της 7/4 με πολύ μεγάλες απώλειες.

7 Απριλίου
Την αυγή του 7ης Απριλίου συγκροτήθηκαν τρεις περίπολοι του Ρούπελ με αποστολή την εκκαθάριση της περιοχής από τους εχθρούς και την αποκατάσταση της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αποτέλεσμα αυτής της περιπολίας ήταν η σύλληψη 14 αιχμαλώτων με 3 συσκευές ασυρμάτου και 2 όλμους. Επίσης δεν έλειψαν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, μάλιστα στις 7-8/4 τα στούκας χρησιμοποίησαν βόμβες 500 κιλών. Η υποχώρηση των Γερμανών και οι μικρές απόλυες των Ελλήνων υπερασπιστών ανύψωσαν το ηθικό των Ελλήνων. Ο Παπακωνσταντίνου σημειώνει χαρακτηριστικά: “Το ηθικών των στρατιωτών υπέροχον. Τους βομβαρδισμούς και την κόλασιν πυρός υποδέχοντο με ζητωκραυγάς”.
Αγώνες εναντίον των Γερμανών στα νώτα του Ρούπελ
Η παρουσία των Γερμανών στα νότια του οχυρού Ρούπελ απασχόλησε τις ελληνικές δυνάμεις. Η διμοιρία αρμάτων που θα ενεργούσε με το απόσπασμα του Παπαχατζή δεν χρησιμοποιήθηκε λόγω εδαφικών δυσχερειών. Εναντίων των Γερμανών που είχαν καταλάβει το παρατηρητήριο της 7ης πυροβολαρχίας στο ύψωμα Τεπελάρ κινήθηκαν δύο διμοιρίες του 3ου λόχου υπό των Νιάνου και Παπαχατζή υπό τον ανθυπολοχαγού Καρατζά. Μετά από ολοήμερη μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να απωθήσουν τους Γερμανούς στο ύψωμα Γκολιαμά ανάμεσα στο χωριό Κλειδί και το λόφο Λουτρών.
8 Απριλίου
Στις 6:00 το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό Ρούπελ δέχτηκε νέο σφοδρό βομβαρδισμό από την αεροπορία και το πυροβολικό, που συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Οι Γερμανοί του ΙΙΙ/125 τάγματος ετοιμάστηκαν για νέα επίθεση με τρεις ομάδες εδάφους και μία διμοιρία σκαπανέων. Για το σκοπό αυτό ενισχύθηκε με δύο διμοιρίες του 13ου και 14ου λόχου.Οι απώλειες του οχυρού την ημέρα αυτή ήταν ένας νεκρός και τέσσερις τραυματίες οπλίτες ενώ οι υλικές ήταν ελάχιστες. Σημαντικές, αντίθετα, ήταν οι απώλειες του εχθρού. Ενέργειες για την εξουδετέρωση των Γερμανών στα νώτα του Ρούπελ. Πιο σοβαρή ήταν η κατάσταση στα νότια του οχυρού αφού το ΙΙ/125 τάγμα ενισχύθηκε από την κάθοδο των γερμανών δυνάμεων της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στα δυτικά του Στρυμόνα.
otan_oi_iroes_polemousan_san_ellines__h_maxi_ton_oxuron_roupel_6_apriliou_1941_3.jpg
Η κατάσταση χειροτέρεψε για την ελληνική πλευρά γιατί η Ομάδα Μεραρχιών διέταξε τα τάγματα του 41 Συντάγματος Πεζικού να επιστρέψουν στης αρχικές τους θέσεις μάχης. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη καθώς η επόμενη προγραμματισμένη ενέργεια ήταν η διάβαση του Στρυμόνα από την 5η Ορεινή Μεραρχία.
9 Απριλίου
otan_oi_iroes_polemousan_san_ellines__h_maxi_ton_oxuron_roupel_6_apriliou_1941_4.jpg
Το οχυρό Ρούπελ υπέστη βομβαρδισμούς πυροβολικού και αεροπορίας και την ημέρα αυτή. Μέχρι το μεσημέρι οι βομβαρδισμοί ήταν μικρής έντασης αλλά από τις 14:00 μετατράπηκαν σε σφοδρούς. Στις 12:30, όμως, όταν επρόκειτο να εφορμήσουν τα τμήματα κρούσης, το ελληνικό πυροβολικό εξαπέλυσε στους χώρους εξόρμησης το φονικό πυρ και προκλήθηκαν πολλές και βαριές απόλυες στους Γερμανούς. Μετά από αυτό τα γερμανικά τμήματα άρχισαν να οπισθοχωρούν. Οι απόλυες του οχυρού ήταν πέντε νεκροί και έντεκα τραυματίες. Στις 17:00 προσήλθαν Γερμανοί κήρυκες για να γνωστοποιήσουν την συνθηκολόγηση του ΤΣΑΜ ζητώντας την παράδοση του οχυρού.
Ο διοικητής του, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απάντησε ότι τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά καταλαμβάνονται και ότι θα συνεχίσει τον αγώνα στερούμενος άλλων διαταγών. Ο κήρυκας διαβεβαίωσε στην στρατιωτική του τιμή ότι δεν επρόκειτο για απάτη και όρισε συνάντηση για την 6:00 της επόμενης 10/4. Το οχυρό επικοινώνησε με τη Μεραρχία όπου κοινοποίησε την συνθηκολόγηση. Η αντίδραση των ανδρών του οχυρού ήταν ότι ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστή. Την επομένη 10 Απριλίου 1941 έλαβε χώρα η παράδοση του οχυρού. Τα γερμανικά τμήματα “μας εσεβάσθησαν και μας ετίμησαν”, σύμφωνα με την έκθεση Πλευράκη. Έξω από το οχυρό ήταν παραταγμένο γερμανικό τμήμα και απέδωσαν τιμές. Ο εντεταλμένος για την παραλαβή του οχυρού Γερμανός αξιωματικός συγχάρηκε τον διοικητή του, Ταγματάρχη Γεώργιο Δουράτσο, διαβεβαιώνοντας τα συγχαρητήρια και το θαυμασμό των ανωτέρων του. Τόνισε μάλιστα ότι για τους Γερμανούς αποτελούσε τιμή και υπερηφάνεια ότι είχαν ως αντίπαλο έναν τόσον ηρωικό στρατό. Σχετικά με τις απόλυες των εμπολέμων στον αριστερό υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου, ο Πλευράκης σημειώνει στην έκθεση του: “Αι απώλειαι ασήμαντοι έναντι τοιούτου αγώνος ώστε περιορισθεί σε 4 νεκρούς αξιωματικούς και 40 άνδρες τραυματίες 2 αξιωματικοί και 150 άνδρες. Απεναντίας του αντιπάλου βαρύτατε ως μαρτυρούν τα υπάρχοντα νεκροταφεία και ας αποσιωπώ δια λόγους σκοπιμότητος”.

25 Μαρτίου 2013

Η 25η Μαρτίου στα χρόνια της Κατοχής

Iταλοί έφιπποι καραμπινιέροι επιτίθενται για να διαλύσουν διαδήλωση πατριωτών στην Πλατεία Συντάγματος την 25η Mαρτίου 1943, κατά τον εορτασμό της Eθνικής Επετείου.

Στα χρόνια της φασιστικής Κατοχής ο λαός των Αθηνών γιόρταζε τη μεγάλη Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου, μαχόμενος εναντίον των κατακτητών και έβαφε με το αίμα του την Αθηναϊκή άσφαλτο δείχνοντας έτσι σε όλο τον κόσμο και στους ίδιους τους κατακτητές ότι το 1821 δεν είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν και στα βιβλία, αλλά είναι η ίδια η αθάνατη ψυχή του Ελληνικού Έθνους, που γράφει την ιστορία του μέσα στους αιώνες με αγώνες και μάχες για την Ελευθερία.

Η άνοιξη του 1942 ήλθε ύστερα από έναν φοβερό χειμώνα πείνας με χιλιάδες θύματα, ενώ λίγο νωρίτερα το δολοφονικό μαχαίρι της προδοσίας είχε χτυπήσει από τα νώτα το Έθνος και το είχε ρίξει σε ένα μούδιασμα παθητικότητας, από την οποία μόλις τότε άρχισε να βγαίνει. Η 25η Μαρτίου ήρθε τότε σαν εγερτήριο σάλπισμα που καλούσε «στα όπλα».

1942
Η τρομοκρατία ήταν μεγάλη. Πάνοπλοι καραμπινιέροι είχαν κατακλύσει από ενωρίς το πρωί τους δρόμους. Οι κατακτητές είχαν απαγορεύσει κάθε εκδήλωση και ετοιμάζονταν να «τιμήσουν» αυτοί την επέτειο, με τελετή στη Μητρόπολη και στον Άγνωστο Στρατιώτη! Ένιωθαν το ξύπνημα του λαού και προσπαθούσαν να τον κρατήσουν στον ύπνο, υποκρινόμενοι ότι σέβονται τις εθνικές του παραδόσεις και ισχυριζόμενοι ότι ο «Άξων» του Φύρερ και του Ντούτσε πασχίζει για την … ελευθερία και την ευημερία της Ελλάδος! Διέταξαν γενικό σημαιοστολισμό και ο «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, με τη στολή του στρατηγού τόλμησε να στεφανώσει τον Άγνωστο Στρατιώτη και να γονατίσει μπροστά του, αφού προηγουμένως στη Μητρόπολη έγινε η «τελετή» στην οποία παρέστησαν και εκπρόσωποι των Γερμανικών και Ιταλικών αρχών κατοχής.

Παράλληλα ο «αντιπρόεδρος» της Κυβερνήσεως κ. Λογοθετόπουλος μετέβη εις το Μνημείο των Γερμανών στρατιωτών και κατέθεσε δάφνινο στεφάνι εξ ελληνικών χρωμάτων, ο δε Υπουργός Οικονομικών κ. Γκοτζαμάνης κατέθεσε αντίστοιχο στεφάνι στο Μνημείο των Ιταλών στρατιωτών. Μάλιστα ο «πρωθυπουργός» απηύθυνε και διάγγελμα στον λαό και εκφώνησε ραδιοφωνικό λόγο προς την ελληνική νεολαία, την οποία κάλεσε να σταθεί στο πλευρό των «επαναστάσεων του φασισμού και το εθνικοσοσιαλισμού», γιατί «μόνο με τας νέας ιδέας το έθνος μας δύναται να ευτυχήσει εντός της νέας Ευρωπαϊκής και Μεσογειακής τάξεως»!

Η νεολαία απάντησε με έναν εξαιρετικά συγκινητικό εορτασμό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Τσολάκογλου αναγκάστηκε να φύγει συνοδευόμενος από την κατάρα των σπουδαστών και των καθηγητών τους. Οι Έλληνες νέοι ξεχύθηκαν στους δρόμους των Αθηνών με πρώτους τους ηρωικούς ανάπηρους της πρόσφατης Εποποιίας. Φοιτητές, εργάτες και χιλιάδες λαού ακολούθησαν σε εκείνη την πρώτη μαχητική εκδήλωση. Οι Ιταλοί επετέθησαν, πολλοί Έλληνες τραυματίστηκαν, αλλά η διαδήλωση δεν διαλύθηκε. Ο Άγνωστος Στρατιώτης στεφανώθηκε, πραγματικά αυτή την φορά, και στεφανώθηκαν και οι προτομές του Ρήγα, του Ξάνθου και των άλλων ηρώων στο Πεδίο του Άρεως.

Η Εθνική αντίσταση κέρδισε την πρώτη μάχη της σε ανοιχτή αναμέτρηση με τις δυνάμεις της φασιστικής βίας. Οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την προσπάθεια. Όλη την ημέρα μια ατελείωτη σειρά από μαυροντυμένες γυναίκες, θύματα πολέμου, από άντρες και από παιδιά περνούσε μπροστά από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, ώσπου σκεπάστηκε ολόκληρο από έναν τεράστιο σωρό από στέφανα και λουλούδια.


1943
Η αντίσταση έχει πια φουντώσει. Το αντάρτικο πολεμάει στα βουνά. Είκοσι μέρες νωρίτερα το αίμα έχει βάψει τα πεζοδρόμια και πολλοί άφησαν στον αγώνα την τελευταία τους πνοή. Αλλά η νίκη ήταν μεγάλη : είχε ματαιωθεί η πολιτική επιστράτευση. Για την 25η Μαρτίου οι Γερμανοί διέταξαν να μην γίνει καμία εορταστική εκδήλωση ούτε και η «επίσημη» τελετή της Μητρόπολης. Μάλιστα η «Κυβέρνηση» των Κουίσλιγκς έστειλε στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό απειλητικό, απαγορευτικό έγγραφο.

Ωστόσο οι Οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης δήλωσαν: «Ο εορτασμός θα γίνει». Τα μυστικά τυπογραφεία δούλευαν ακατάπαυστα. Η Αθήνα πλημμύρισε από προκηρύξεις. Οι τοίχοι γέμισαν από συνθήματα και τοιχοκολλήθηκαν μεγάλες αφίσες με πατριωτικές εικόνες, ακόμη και με γελοιογραφίες του Χίτλερ και του Μουσολίνι.

Στις εκκλησίες υψώθηκε η γαλανόλευκη και χιλιάδες λαού ζητωκραύγασαν τους ομιλητές των εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων και έψαλλαν τον Εθνικό Ύμνο. Πριν από το μεσημέρι εκατό χιλιάδες λαού, ξεχύθηκαν και πάλι στους δρόμους με τεράστιες σημαίες και με την κραυγή «Ζήτω η Λευτεριά!».

Στο Πεδίο του Άρεως 50.000 λαού κατέκλυσαν το πάρκο και τους γύρω δρόμους. Τότε έγινε κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα και ίσως σε ολόκληρο τον κόσμο: Μια σάλπιγγα χτύπησε «Προσοχή» και όλοι στάθηκαν ακίνητοι και κράτησαν την αναπνοή τους. Μέσα σε εκείνη την κατανυκτική σιγή νεανικές φωνές άρχισαν να ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο. Το αίμα δεν άργησε να τρέξει. Οι Iταλοί επιτέθηκαν ωστόσο οι ζώνες των Καραμπινιέρων έσπασαν πολλές φορές. Έφιππες Ιταλικές δυνάμεις εξαπέλυσαν απανωτές εφόδους για να διαλύσουν το πλήθος αλλά κανένας δεν έφυγε. Γυναίκες αφόπλισαν Ιταλούς που έριχναν στο «ψαχνό».

Ο απολογισμός: 4 νεκροί και δεκάδες τραυματιών. Αλλά όλος ο κόσμος πληροφορήθηκε για άλλη μια φορά ότι εδώ είναι η Ελλάδα.

1944
Οι ένοπλες δυνάμεις των αντιστάσεων κυριαρχούν σε ολόκληρη την ύπαιθρο. Οι Σύμμαχοι σημειώνουν θριαμβευτικές νίκες σε όλα τα μέτωπα και οι Γερμανοί περιμένουν από στιγμή σε στιγμή μία απόβαση στην Ευρώπη.

Στις 24 Μαρτίου όλη η Αθήνα γέμισε συνθήματα για τον εορτασμό, που θα είναι πια εορτασμός νίκης.

Στις 25 Μαρτίου το «κράτος» των Γερμανών και των προδοτών πάλι γιορτάζει και αυτό! Διέταξε «γενικό σημαιοστολισμό» αλλά η εξουσία του αρχίζει από τις στήλες του Ολυμπίου Διός και τελειώνει στην Ομόνοια. Γίνεται η καθιερωμένη τελετή στη Μητρόπολη ενώ ο Άγνωστος Στρατιώτης ατιμάζεται άλλη μια φορά καθώς από μπροστά του παρελαύνουν οι λεγεώνες των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Την ίδια ώρα σε ολόκληρη η Αθήνα ο εορτασμός γίνεται στις αδούλωτες συνοικίες. Τα σπίτια και τα καταστήματα είναι σημαιοστολισμένα και οι εικόνες των Ηρώων είναι στεφανωμένες με δάφνινες γιρλάντες. Η Αθήνα γιορτάζει ελεύθερη ενώ όλη η Ευρώπη είναι σκλαβωμένη! Το βράδυ γίνονται λαμπαδηφορίες. Η μεγάλη μέρα τελείωσε χωρίς οι κατακτητές να τολμήσουν να εγκαταλείψουν τα οχυρά τους. Ήταν φανερό πως είχαν κιόλας νικηθεί…

1945
Ο επίλογος εγράφη. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ενώ ακόμη συνεχιζόταν ο πόλεμος εναντίον της Χιτλερικής Γερμανίας, έστειλε τηλεγράφημα στον Αντιβασιλεά Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Αυτή είναι μια αξιομνημόνευτη επέτειος, διότι είναι η πρώτη φορά από της εχθρικής κατοχής που οι Έλληνες εορτάζουν ελεύθεροι.»

Αντίστοιχα σε ένα εορταστικό γεύμα της Ελληνικής Κοινότητος στην Νέα Υόρκη ο Γερουσιαστής Γκρεν είπε μεταξύ άλλων: «Με την διαρκή αντίστασή τους οι Έλληνες κέρδισαν τον θαυμασμό όλων των εθνών του κόσμου που αγαπούν την ελευθερία. Ο όρος κατεχόμενη χώρα δεν άρμοζε διά την Ελλάδα.». Ανάλογα λόγια ακούστηκαν και από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας.

Πηγή

Ο λόγος (Ομιλία) του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΑΙΩΝ» στις 13 Νοεμβρίου 1838 με το ακόλουθο χρονικό:

«Κατά την 7 Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ.Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. 
Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και η στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Μα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ' όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απηύθυνε στην Πνύκα, τον πιο κάτω λόγο προς τους νέους του Α΄ Γυμνασίου της Αθήνας:
Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.
Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου.
Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!


ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΔΙΑΝΕΜΕΙ Η ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

23 Μαρτίου 2013

«Τι έγινε λοιπόν στις 25 Μαρτίου του 1821; Τίποτα»

Διαβάστε μια οποιαδήποτε ιστορία της Επανάστασης, ακόμα και μία από τις θεωρούμενες «συντηρητικές» (Τρικούπης, Κόκκινος, Εκδοτική Αθηνών κ.λπ.) ή ανατρέξτε σε απομνημονεύματα αγωνιστών. Θα δείτε πολύ εύκολα ότι:
Στις 24 του Φλεβάρη ξεκινάει η επανάσταση στη Μολδαβία και στη Βλαχία
Στις 16 του Μάρτη ο Νίκος Σολιώτης χτυπάει πρώτος τους Τούρκους στην Ελλάδα, στο Αγρίδι (κοντά στην Ακράτα)
Στις 17 του Μάρτη αποφασίζεται η εξέγερση στη Μάνη
Στις 21 του Μάρτη αρχίζει η εξέγερση στα Καλάβρυτα
Στις 21 του Μάρτη πετυχαίνει η επανάσταση στην Πάτρα
Στις 22 του Μάρτη ο Δυσσέας (sic) Αντρούτσος γράφει στους Γαλαξ(ε)ιδιώτες ένα περίφημο γράμμα παρακίνησης σε εξέγερση
Στις 23 του Μάρτη εδραιώνεται η επανάσταση στην Καλαμάτα κ.λπ., κ.λπ.

Όλα αυτά πριν την 25η Μαρτίου. Ειδικά ο Παλαιών Πατρών (Π.Π.) Γερμανός στ’ Απομνημονεύματά του γράφει ότι στις 25 του Μάρτη ήταν στην Πάτρα. Στην ίδια πόλη ευλόγησε τους αγωνιστές τον επόμενο μήνα σε μια πλατεία. Λέτε να μην έβαλε στ’ Απομνημονεύματά του αυτό που, αν είχε συμβεί, θα ήταν η σημαντικότερη μέρα της ζωής του;

Ποια ήταν παλιότερα η εθνική μας επέτειος; Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, και επί δεκαετίες, εθνική γιορτή της Ελλάδας ήταν η Πρωτοχρονιά, γιατί την 1η του Γενάρη 1822 ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της χώρας («Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος») και ξεκίνησε η νομική ύπαρξη του ελληνικού κράτους.

Ο μύθος που ανακατεύει το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, τον εκεί ευλογούντα Π. Π. Γερμανό, τα εξιδανικευμένα ζωγραφιστά παλικάρια να ορκίζονται σε μια σημαία σχεδόν σαν τη σημερινή, το λάβαρο (πολύ μεταγενέστερη κατασκευή) και την 25η Μαρτίου (ώστε όλα να συμπέσουν με τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου») είναι πολύ μεταγενέστερος και αποσκοπεί στο να εμφανίσει την ορθόδοξη εκκλησία ως συνιδρύτρια της νέας Ελλάδας.

Την εκκλησία που αποτελούσε το κυριότερο στήριγμα της οθωμανικής εξουσίας, βραχίονα ιδεολογικής πυγμής και φορολογικής επιβολής στους θρησκόληπτους ραγιάδες. Την εκκλησία που αφόρισε τον Ρήγα, τους κλέφτες συλλήβδην το 1806, τον Σούτσο, τον Υψηλάντη και τόσους άλλους το 1821, γιατί τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν την εξουσία του Σουλτάνου και του ανώτατου ορθόδοξου κρατικού υπαλλήλλου του, του εκάστοτε Πατριάρχη.

Εξάλλου, ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε΄ δεν μπορεί να γίνει κολυμπήθρα του Σιλωάμ και να συγκαλύψει την ανθελληνική δράση του, διότι η οθωμανική εξουσία τον σκότωσε ακριβώς ως ανίκανο κρατικό υπάλληλο, επειδή δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει την εξέγερση.

Στην ίδια φιλοεκκλησιαστική, πεποιημένη γραμμή είναι το ανιστόρητο χωρατό του κρυφού σχολειού. Ευφάνταστοι ζωγραφικοί πίνακες (πιθανώς μεγάλης καλλιτεχνικής, αλλά μηδενικής ιστορικής αξίας, σαν το «Κρυφό σχολείο» του Γύζη), αθώα κελάρια μοναστηριών, το (φράγκικης μελωδίας) τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ανιστόρητοι πανηγυρικοί λόγοι παπάδων ή δασκάλων και, ιδίως, συνεχής «παραδοσιακή» επανάληψη: αυτά είναι τα στηρίγματα της 25ης Μαρτίου 1821 και του κρυφού σχολειού.

Αλλά πρόκειται για μύθους, ορισμένης μάλιστα χάλκευσης, όχι για ιστορία. Κι όποιος ξεκινήσει να ψάχνει, μετά δεν σταματάει. Διαβάζει «Ελληνική Νομαρχία», Φωτάκο, Κοραή, Κοντογιώργη, Αγγέλου, Πετρόπουλο κ.λπ.

Τι έγινε λοιπόν στις 25 Μαρτίου του 1821; Τίποτα.

του Δημήτρη Φύσσα

9 Μαρτίου 2013

1912 Ο Βενιζέλος διώχνει τους Κρήτες απο την Ελληνική Βουλή

του Παντελή Στεφ. Αθανασιάδη
Η δυναμική παρεμπόδιση των Κρητών βουλευτών το 1912, όταν η Κρήτη ήταν ακόμα Αυτόνομη Πολιτεία, να εισέλθουν στη Βουλή των Ελλήνων, υπήρξε μια από τις δραματικότερες στιγμές της Κοινοβουλευτικής Ιστορίας μας. Πρόκειται για απόλυτη σύγκρουση συναισθημάτων που αναγκαστικά καταπνίγονται και εθνικού συμφέροντος, το οποίο υπερισχύει.
Οι εκλογές της 11ης Μαρτίου 1912 ανέδειξαν στην Ελλάδα, νικητή τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η Εθνική Συνέλευση της Κρητικής Πολιτείας, ενθαρυμμένη από την παρουσία του Βενιζέλου στην Πρωθυπουργία της Ελλάδας, αποφάσισε αγνοώντας τις διακοινώσεις των Προστάτιδων Δυνάμεων, να εκλέξει την ίδια μέρα 69 αντιπροσώπους, που θα έρχονταν στην Αθήνα, να ορκισθούν και να πάρουν μέρος στις εργασίες της Βουλής των Ελλήνων, ολοκληρώνοντας και τυπικά την Ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Ιδού η επιστολή του προς τον Γεώργιο Πλουμίδη, που έγραφε χαρακτηριστικά: «Φαίνεται όρισμένως ότι κακός δαίμων εχάλασε τον νουν των συμπατριωτών μου και τους άγει να βγάλουν τα μάτια των»

κάντε κλικ ΕΔΩ για να δείτε το απόκομμα σε μεγέθυνση

Ο Βενιζέλος δεν αρκέσθηκε στις προειδοποιήσεις.  Ζήτησε από το Βρετανικό στόλο, να συλλαμβάνει όποιον επιχειρεί να φύγει από την Κρήτη.
κάντε κλικ ΕΔΩ για να δείτε την εφημερίδα σε μεγέθυνση
  
Παρά τα μέτρα, αρκετοί Κρητικοί αντιπρόσωποι διέφυγαν και έφτασαν στην Αθήνα αποφασισμένοι να πάρουν μέρος στις εργασίες της Βουλής. Επικεφαλής τους ο Χαράλαμπος Πολογεώργης.
Το 1911 οι Κρήτες επιχείρησαν να κάνουν το ίδιο, αλλά τους συνέλαβαν οι Βρετανοί και τους φυλάκισαν πρόσκαιρα στο πολεμικό πλοίο «Μινέρβα».
(Στιγμιότυπο από τη σύλληψη των Κρητών βουλευτών το 1911 και την κράτησή τους σε αγγλικό πολεμικό πλοίο)

Η νέα Βουλή των Ελλήνων συνήλθε στις 19 Μαΐου 1912. Εκείνο το πρωί την είχε ζώσει από παντού Στρατός και Αστυνομία. Έλεγχος των εισερχομένων. Και ο Σουρής στο «Ρωμηό» της 19ης Μαΐου 1912 έδινε την εικόνα, γράφοντας:
«Την ελευθέραν είσοδον μια προσταγή τη φράττει
Και στην κυρά την όμορφη και στην ασχημομούρα,
Αι σχέσεις λίαν ομαλαί μ’ όλα τα πέριξ κράτη
Και με την Κρήτη μοναχά τάχουμε λίγο σκούρα».

Κάποια στιγμή, λίγο πριν από την εκλογή Προέδρου Βουλής, ακούσθηκε μέσα στην αίθουσα μια βροντερή φωνή:Ζήτω η Κρήτη- Ζήτω η Ένωσις”
Τι είχε συμβεί; Ο βουλευτής Ρεθύμνης Δασκαλάκης, συνοδεύοντας τον βουλευτή Κωνσταντίνο Κουμουνδούρο τρύπωσε κρυφά στην αίθουσα και πήρε μέρος στην ορκωμοσία. Πολλοί τον χειροκροτούν και τον συγχαίρουν, αλλά πλησιάζει ο Βενιζέλος και αυστηρά του λέγει:
-Δεν είστε κύριε βουλευτής. Εισήλθατε ως ιδιώτης από λάθος των φρουρών. Και διατάζει να τον απομακρύνουν.
 
(Το Κτίριο της Παλαιάς Βουλής στο οποίο δεν επετράπη η είσοδος στους εκπροσώπους της Κρήτης)

Και ενώ αυτά συνέβαιναν μέσα, έξω οι ένοπλοι στρατιώτες, το Ιππικό και 200 χωροφύλακες, απώθησαν βίαια τους Κρήτες βουλευτές, που είχαν ξεκινήσει όλοι μαζί από τα Χαυτεία ανεβαίνοντας την οδό Σταδίου. Κατόρθωσαν μάλιστα να διασπάσουν τις τρεις ζώνες των αστυνομικών και των στρατιωτών. Ο κόσμος τους χειροκροτούσε, αλλά οι διαταγές του Βενιζέλου ήταν σαφείς.

Τελικά ο Βενιζέλος, δέχθηκε μια ολιγομελή επιτροπή των Κρητών βουλευτών και τους εξήγησε, ότι τότε ήταν αδύνατον η Ελλάδα, να αναγνωρίσει την Ένωση.
Η αποχώρησή τους μετατράπηκε σε διαδήλωση των Αθηναίων, που κραύγαζαν «Ζήτω η Ένωσις» και πετούσαν τα καπέλα τους στον αέρα.
Ο Γεώργιος Σουρής στο «Ρωμηό» της 26ης Μαΐου 1912 αφιέρωσε πολλούς στίχους γράφοντας μεταξύ άλλων:
«Μάννα που λιθοβολείς, τους μετά Χριστόν προφήτας
Και στας έδρας της Βουλής δεν καθίζεις και τους Κρήτας».
Εξαιτίας αυτής της στάσης της κυβέρνησης, παραιτήθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης Νικόλαος Δημητρακόπουλος.
(Φωτογραφία από τα επεισόδιο παρεμπόδισης των Κρητών βουλευτών να εισέλθουν στη Βουλή) 
κατά τα άλλα ο Βενιζέλος ήταν ο πρωτεργάτης της επανάστασης της Θερίσου... φυσικά όπως καταλάβαμε ήταν για τα μάτια του κόσμου, διότι όταν έλαβε δύναμη να ενώσει την Κρήτη με την Ελλάδα ξαφνικά άλλαξε γνώμη ισχυριζόμενος μάλιστα ότι ο κακός δαίμων χάλασε τα μάτια των συμπατριωτών του... τα ίδια μάτια που πριν κάτι χρόνια έκαναν μαζί του την επανάσταση της Θερίσου... ο κακός δαίμων χάλασε τα μάτια των Κρητικών ή ο κακός δαίμων εξ αρχής έριχνε στάχτη στα μάτια των συμπατριωτών του;
μας θυμίζει έντονα τους πολιτικούς που όταν είναι στην αντιπολίτευση φωνάζουν για τα αντιλαϊκά μέτρα και όταν λάβουν την εξουσία πράττουν αυτά που πριν κατηγορούσαν!

"...Η μετακίνηση του Βενιζέλου στην Αθήνα επέτρεψε στη συντηρητική παράταξη να κυριαρχήσει στο νησί και οδήγησε σε σύγκρουση με την πολιτική του, καθώς ως πρωθυπουργός της Ελλάδας δε δέχτηκε τους Κρήτες βουλευτές, προκειμένου να μην έρθει σε ρήξη με την Τουρκία"
Βλ. και Θεοχάρης Δετοράκης,
Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο 1990, σ. 450-455.

συνδυάστε τώρα αυτό το στοιχείο με το άρθρο στο οποίο φαίνεται ο ύμνος του Βενιζέλου για τον Κεμάλ προς τα βραβεία Νόμπελ Ειρήνης. Δείτε τις απόλυτες αποδείξεις κάνοντας κλικ ΕΔΩ

Υ.Γ. Για να δείτε την πραγματική καταγωγή του Βενιζέλου κάντε κλικ ΕΔΩ
--------------
Σήμερα παρουσιάζομε ένα από τα πολλά σατυρικά στιχουργήματα που ο Γεώργιος Σουρής αφιέρωνε, πολύ συχνά, στον «Ρωμηό» για τα βάσανα της Κρήτης. Το στιχούργημα ήταν το κεντρικό θέμα στην εφημερίδα του στις 26 Μαΐου 1912, λίγες ημέρες μετά τη δεύτερη προσπάθεια των Κρητών βουλευτών να εισέλθουν στο ελληνικό κοινοβούλιο και να επιβάλλουν την de facto ένωση με την Ελλάδα. Η πρώτη προσπάθεια, στα τέλη του 1911, είχε οδηγήσει στη μαζική φυλάκιση των πληρεξουσίων του νησιού σε πλοίο στη Σούδα, από τη φρουρά των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή τη δεύτερη φορά έφτασαν μέχρι το κοινοβούλιο, αλλά εμποδίστηκαν από το στρατό, καθώς ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ήθελε να γίνει σε εκείνη τη φάση η ένωση. Έτσι, όταν έφτασε η κρητική αντιπροσωπεία στη βουλή, εμποδίστηκε από το στρατό να εισέλθει στο κτίριο, ενώ μερικοί πληρεξούσιοι χτυπήθηκαν και τραυματίστηκαν. Αυτή ήταν και η χειρότερη κρίση στις σχέσεις του Ε. Βενιζέλου με τους παλιούς συναγωνιστές του.

Τα γεγονότα αυτά περιέγραψε με το δικό του τρόπο ο Σουρής, στο στιχούργημα που παραθέτομε, το οποίο έχει τον τίτλο «Το τέλος των Κρητικών / λίαν ειρηνικό». Η εφημερίδα υπάρχει στο αρχείο της βουλής.
“Τέλος των Κρητικών λίαν ειρηνικόν”
Τους Κρητικούς τους είδες;
Τους είδα, Φασουλή,
που με χρυσαίς ελπίδες
τραβούσαν στη Βουλή.
Ητο δεινός αγών,
κιʼ εμπρός παιδιά της Κρήτης,
καθένας συμπολίτης
εφώναζε σφριγών.
Εσκουζαν και κυράδες:
εμπρός, παλληκαράδες,
με θάρρος στην ψυχή...
το βήμα σας ταχύ.
Και προχωρούν εκείνοι
με πόθους μυστικούς...
Στρατός στους Κρητικούς
της λόγχαις του προτείνει.
Τους κύτταζε το πλήθος
με τόσο καρδιοχτύπι,
και μια μεγάλη λύπη
του πλάκωνε το στήθος
Παράταις, πανηγύρια,
μπαλκόνια, παραθύρια,
δρόμοι και πεζοδρόμια
ετόνιζαν εγκώμια.
Καθένας ας θαρρή,
εμπρός, παιδιά της Κρήτης,
και πρώτος προχωρεί
ο στρατηγός Λιμπρίτης.
Κόσμου φιλοπατρία,
κόσμου συνωστισμός,
θλίψις και δυσφορία,
μα κι ενθουσιασμός.
Επερνούσαν απ εκεί
βουληφόροι Κρητικοί,
επερνούσαν ρωμαλαίοι,
τολμητίαι, θαρραλέοι.
Τότ επέρασαν αγώνες,
που τους ύμνησαν αιώνες,
τότ αιμάτων ποταμοί,
τότε δόξα και τιμή.
Τότ επέρασαν σελίδες
μιας μεγάλης ιστορίας
με τουφέκια και λεπίδες
μιας Ελληνικής ανδρείας.
Με τους Κρητικούς εκείνους
ένας νέος κόσμος λάμπει,
και γεμίζουν από κρίνους
αιματοβαμμένοι κάμποι.
Αστραψε κι ο Ψηλορείτης
από χιόνια λαμπερός,
κι ο Μινώταυρος της Κρήτης
εβρυχήθη τρομερός.
Κόσμοι πόθων διαπύρων
της καρδιαίς ξαναφτερόνουν,
μέσα σ αίματα μαρτύρων
τριανταφυλλιαίς φυτρόνουν.
Κ έβλεπα πτερυγισμούς,
κι άκουσα και παφλασμούς
αφρισμένου καταρράκτη.
Κι άστραψαν πολλών ματιαίς,
κι έξαφνʼ άναψαν φωτιαίς,
πούμειναν προ χρόνων στάκτη.
Κ εγώ τότε, φουκαρά,
πέταξα με τα φτερά
αεροπορούντος νου
σε καιρούς φρενοπαθείς,
πούκλεβαν οι Προμηθείς
θείον πυρ εξ ουρανού.
Και θυμήθηκα τους χρόνους, που τους ύμνησες και σύ,
που μας έκανε μεγάλους το πολύπαθο νησί,
και της γης της ελευθέρας έτρεχαν τα παλληκάρια
να ποτίσουνε της Κρήτης τα κατάξερα χορτάρια.
Τι καιροί κι εκείνοι τότε,
προσφιλείς συμπατριώται.
Χρόνοι πόθου μυστικού,
χρόνοι πλούτου ψυχικού.
Εποχή για φασουλάδα,
πούλεγαν για την Ελλάδα
πως της Μιχαλούς χρωστά.
Εποχή πατριωτών
κι εμβροντήτων ποιητών,
που δεν είχαν ποσοστά.
Χρόνοι για πολεμάρχους με τρύπια μεντζισόλα,
χρόνοι για τον Ερνάνη και για την δόνα-Σόλα,
στίχοι ρωμαντικοί
και μέσα στην Ευρώπη,
μούρλα κι εδώ κι εκεί,
και φαντασιοκόποι.
Χρόνοι για Ριγκοκλέτο
και για ξερό κουρκέτο
και ναργιλέ στους Στύλους.
Χρόνοι, βρε Φασουλή,
που δένανε πολλοί
λουκάνικα στους σκύλους.
Χρόνοι παλαβής παρλάτας,
δίχως τόσους όπως τώρα
κηδεμόνας και προστάτας,
που μας κόβουνε τη φόρα.
Χρόνια δίχως νου και γνώσι,
που πετούσαν στα χαμένα,
και δεν φέρνανε κανένα
για να μας διοργανώση.
Χρόνια δίχως Αγγλογάλλους,
που με δίσκο τους μεγάλους
δεν τους πέρναμε παγάνα.
Χρόνια μοναχά για γέρο,
που κανείς σαν τον Καμπέρο
δεν πετούσε με διπλάνα.
Χρόνια φτήνειας, χρόνια σάχλας, χρόνια δίχως φιφτυτού,
χρόνια, Φασουλή κοπρίτη,
που δεν έβλεπες της λόγχαιας του δικού μας του Στρατού
να λογχίζουνε την Κρήτη.
Τα παιδιά τα τιμημένα
τρέχουν τρέχουν λογισμένα
και με ρούχα ξεσχισμένα.
Τρέχουν τρέχουν ολοΐσια
στη Βουλή μας μετ αλμάτων,
διασπούν παλληκαρίσια
πυκναίς ζώναις στρατευμάτων.
Κατ αυτών ορμούν ιππείς
κι άλογα της αστραπής,
πλην αυτοί τους σταματούν
κι ίππων χαλινούς κρατούν.
Τραγωδιών ημέρα,
καϋμένε, Φασουλή,
κι η κόμη στην μητέρα
έτσι πικρά μιλεί

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΤΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΤΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Εἶσ' Ἕλληνας; Τί προσκυνᾶς; Σηκώσου ἀπάνω! Ἐμεῖς καὶ στοὺς θεοὺς ὀρθοὶ μιλοῦμε..