31 Μαΐου 2013

Καλλιέργεια καπνού

H ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ

ΠΑΠΟΥΤΣΗ ΕΥΓΕΝΙΑ
Γραμματέας του Λαογραφικού Μουσείου Αιτωλ/νίας
Το κύριο προιόν που παράγεται στο νομό μας είναι ο καπνός. Ο καπνός είναι μονοετές, ποώδες φυτό και ανήκει στο γένος Νικοτιανή (Nicotiana), το οποίο καλλιεργείται για τα φύλλα του, τα οποία μετά από κατάλληλη επεξεργασία χρησιμοποιούνται για κάπνισμα.

καπνός
Μετά το 1910 η καλλιέργεια του τσεμπελιού (τσεμπέλι = ποικιλία καπνού) στο Ξηρόμερο και στο Βάλτο , άρχισε να αποκτά μεγάλη σημασία για την τοπική κοινωνία. Αμέσως άρχισαν οι καπνοκαλλιέργειες στα χωριά των περιοχών αυτών και πολύ σύντομα πήραν μεγάλες διαστάσεις λόγω της αυξημένης ζήτησης που είχαν τα περίφημα καπνά Ξηρομέρου-Βάλτου, τόσο από την εσωτερική κατανάλωση, όσο και από το εξωτερικό. Η ποιότητα του καπνού ήταν άριστη, εξαιτίας του ορεινού-ημιορεινού εδάφους, του κλίματος και μάλιστα τα καπνά της Κατούνας θεωρούνταν από πολλούς τα καλύτερα της παγκόσμιας παραγωγής, αφού είχαν αποσπάσει πολλές φορές τα πρώτα βραβεία στην Διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης.
Ο καπνός έτσι για να πούμε δύο λόγια για την προέλευση του, ήρθε στην Ισπανία από το Περού της Αμερικής κατά τον 16ο αιώνα, στην αρχή με την μορφή του φύλλων και αργότερα ήρθαν και οι σπόροι του. Πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Πορτογαλία και Γαλλία ως διακοσμητικό και κοσμητικό και φαρμακευτικό φυτό. Στην Ελλάδα φαίνεται να ήρθε στις αρχές του 19ο αιώνα από την περιοχή της Θράκης και αμέσως έφθασε και στη περιοχή του Βάλτου και του Ξηρομέρου. Τα τελευταία χρόνια χιλιάδες οικογένειες καπνοπαραγωγών βρίσκονται σε απόγνωση, λόγω της φθηνής τιμής πώλησης(σχεδόν τζάμπα), της κατάργησης σχεδόν της ποικιλίας Τσεμπέλι, την μείωση του ποσοστού καπνοκαλλιέργιας και οι περιοχες αυτές  οδηγούνται μαθηματικά σε μαρασμό και αδιέξοδο.

Δύο είναι οι βασικοί τύποι καπνού:

Αμερικάνικα καπνά

Είναι 3 οι βασικοί τύποι των Αμερικάνικων καπνών.
Ο τύπος Βιρτζίνια που κάθε φυτό έχει 25 περίπου φύλλα μεγάλου μεγέθους με χρώμα κιτρινωπό που οφείλεται κυρίως στη σύσταση του εδάφους των αγρών που καλλιεργείται.
Τα καπνά τύπου Μπέρλεϋ (Burley) των οποίων τα φύλλα είναι μικρότερα από τα Βιρτζίνια και το χρώμα των φύλλων τους είναι πράσινο ανοιχτό ο βλαστός τους δε λευκοκίτρινος. Ο τύπος αυτός καλλιεργείται και στην Ελλάδα.
Τέλος τα καπνά τύπου Fire-cured με τα φύλλα τους να έχουν μαύρο χρώμα , σκληρή υφή και ιδιαίτερη βαριά γεύση.

Ανατολικά καπνά

Καλλιεργούνται σε εδάφη ξηρά και φτωχά είναι δε ποικιλίες καπνών με μικρά και κοντά φύλλα.
Θεωρούνται αρκετά εύγευστα καπνά και πολύ καλής ποιότητας. Βρίσκονται σε καλλιέργειες στην Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία, Τουρκία, Συρία και αλλού.
Τα καλύτερης ποιότητας ανατολικά καπνά φύονται στις Μεσογειακές χώρες και ωριμάζουν κυρίως τις ξηρές περιόδους χωρίς πολλές βροχές.
Μέχρι πρόσφατα καλλιεργούνταν στην Ελλάδα περί τις 80 ποικιλίες, υποποικιλίες και βιότυποι καπνών. Οι κυριώτερες ήταν:
  1. Μπασμάς Μακεδονίας.
    Αρωματικός καπνός Καλλιεργείται στην Ανατολική Μακεδονία. Τα φύλλα του είναι κοντά με λεπτές νευρώσεις, αρκετά ελαστικά.
  2. Μπασμάς Ξάνθης.
    Ο πιο αρωματικός του κόσμου , εξαιρετικής ποιότητας. Τα φύλλα του έχουν μέτριο πάχος και ερυθροκίτρινο χρώμα όταν ξεραθούν. Καλλιεργείται στη Χρυσούπολη Καβάλας στο Σιδηρόνερο Δράμας και στις περιοχές της Δυτικής Θράκης.
  3. Ζίχνα.
    Μοιάζει με τους μπασμάδες και το άρωμα του είναι αρκετά έντονο. Καλλιεργείται στην επαρχία Φυλλίδας.
  4. Ουδέτερος Μακεδονίας.
    Ψηλό φυτό με μεγάλα φύλλα ανοιχτού πράσινου χρώματος. Είναι καπνά φτωχά σε νικοτίνη και το άρωμα τους είναι ελάχιστο έως ανύπαρκτο. Καλλιεργούνται σε μικρή κλίμακα σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας.
  5. Τσεμπέλια Αγρινίου.
    Χαμηλά φυτά με παχιά μεγάλα φύλλα χωρίς μίσχο. Το χρώμα τους είναι ανοιχτό και καλλιεργούνται κυρίως στην Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα και Θεσπρωτία. Θεωρούνται τα καλλίτερα για παρασκευή τσιγάρων και καταναλώνονται αποκλειστικά εγχώρια.
  6. Μπασή – Μπαγλή.
    Καλλιεργούνται στην περιοχή της Προσοτσάνης. Ψηλά καπνά , φύλλα με μίσχους μετρίου μεγέθους. Θεωρούνται μέτριας ποιότητας.
  7. Μυρωδάτα Αγρινίου.
    Παρά την ονομασία τους το άρωμα των καπνών αυτών είναι φτωχό. Είναι ποτιστική ποικιλία και απαιτεί υγρό έδαφος για να αναπτυχθεί. Όταν τα φύλλα ξεραθούν τότε αποκτούν χρυσοκίτρινο χρώμα. Είναι φτωχά σε περιεκτικότητα νικοτίνης.
  8. Μαχαλά.
    Είναι ποικιλία καπνών με πολύ λεπτά φύλλα. Το κάπνισμα τους είναι ήπιο και γλυκό ενώ δεν έχουν καθόλου άρωμα.
  9. Μπέρλι .
    Αμερικάνικος τύπος καπνού που τελευταία καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα. Ο τύπος αυτός καλλιεργείται σε πεδινά εδάφη καλά αρδευόμενα και οι στρεμματικές αποδόσεις του είναι μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες των ανατολικών τύπων.
Η μελέτη της καλλιέργειας του καπνού βασισμένη στις μαρτυρίες παλαιών αγροτών, έχει σκοπό να γνωρίσει στους νεότερους  τον παραδοσιακό τρόπο καλλιέργειας του καπνού. Η σύγκριση ανάμεσα στην παραδοσιακή καλλιέργεια και στη σημερινή, θα προσφέρει πολλά στοιχεία.
Στο νομό υπάρχουν 2 ποικιλίες καπνο΄υ. Το τσεμπέλι και το μυρωδάτο. Η καλλιέργεια ξεκινέι ως εξής: Ο παραγωγός φύλαγε το σπόρο από την προηγούμενη χρονιά, διαλέγοντας αυτόν από το άνθος της καλύτερης καπνόριζας. Ο αγρότης μετά την αποξήρανση του ά;νθους , το έτριβε και τον συγκέντρωνε σε μια πάνινη σακούλα. Η εργασία για την καλλιέργεια της καινούρια ς χρονιάς άρχιζε τον Φεβρουάριο. Έπαιρναν το σπόρο και τον <<έκλωθαν>> δηλαδή τον έβαζαν σε μάλλινη σακούλα ή <<τσουράπι και έδεναν το άνοιγμα. Στη συνέχεια ράντιζαν τη σακούλα με χλιαρό νέρο και την τοποθετούσαν σε ζεστό χώρο, όπως για παράδειγμα κοντά στο τζάκι. Το ράντισμα με το χλιαρό νερό γινόταν σε διαστήματα. Μόλις άρχιζε να σκάει ο σπόρος, δηλαδή άσπριζε, τον έβγαζαν και τον έριχναν στις <<φυντανιές ή βραγιές>>. Οι βραγιές ήταν ο ειδικός χώρος που έσπερναν το σπόρο και ετοιμάζονταν από νωρίτερα.
       
Ο χώρος ήταν υπερυψωμένος από το έδαφος περίπου 1 πιθαμή και επίπεδος. Πάνω του έριχναν ψιλή άμμο και μίγμα κοπριάς προβάτων και κοτσιλιών κότας. Εκτός αυτού χρησιμοποιούσαν και <<ούρα ανθρώπων>>. Η κοπριά χρησιμοποιούνταν  παλιότερα αντί για λίπασμα. Ο τρόπος αυτός ετοιμασίας των <<βραγιών>> δεν άλλαξε και πολύ στο σήμερα. Χρησιμοποιούν στην περιοχή μας ακόμη κοπριά μαζί με διάφορα λιπάσματα. Οοι βραγιές έπρεπε να βρίσκονται κοντά στις αποθήκες , συνήθως στο κήπο του σπιτιού , όπου υπήρχε νερό. Μετά την ετοιμασία των βραγιών έριχναν το σπόρο και τον σκέπαζαν με κλαδιά από ρύκια, για να εμποδίζουν τα πουλιά να τρώνε το σπόρο. Τις πότιζαν σε ορισμένα χρονικά διαστήματα . Αν δεν υπήρχε νερό κοντά στις βραγιές το κουβαλούσαν  από τα πηγάδια . Για να αποφύγουν το κακό μάτι σε κεντρικό σημείο των βραγιών τοποθετούσαν μια σκορδοπλέχτρα και έναν ξύλινο σταυρό. Με το φύτρωμα του σπόρου άρχιζε το βοτάνισμα, δηλαδή το βγάλσιμο από τις βραγιές των διαφόρων αγριόχορτων. Το πότισμα και το βοτάνισμα συνεχιζόταν μέχρις ότου μεγαλώσει το φυντάνι στο μέγεθος μιας πιθαμής. Σήμερα αντί για κλαδιά από ρύκια σκεπάζουν τις βραγιές με νάυλον, που το στηρίζουν σε ημιστέφανα από ατσαλόσυρμα.
      καπνός
Το όργωμα των χωραφιών στα οποία γίνοταν το φύτεμα του καπνού, ξεκινούσε το Μάρτιο. Παλιότερα για το όργωμα χρησιμοποιούταν τα <<ζευγάρια>> δηλαδή 2 άλογα ή 2 βόδια, τα οποία έσερναν το ξύλινο αλέτρι στην αρχή, που αργότερα έφερνε μπροστά σιδερένια μύτη και πολύ αργότερα τη σιδερένια μηχανή. Σήμερα όπως όλοι ξέρουμε, το όργωμα των χωραφιών γίνεται με τρακτέρ. Πρίν οργώσουν το χωράφι έπρεπε να το λιπάνουν και για λίπασμα χρησιμοποιούσαν την κοπριά. Το κόπρισμα του χωραφιού γινόταν από κοπάδια βλάχων, τα οποία κοιμούνταν στο χωράφι. Ο παραγωγός πλήρωνε στον ιδιοκτήτη του κοπαδιού 1 δεκάρα το κεφάλι. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι για την καλλιέργεια του μυρωδάτου , τα χωράφια έπρεπε να έχουν αμμουδδερό χώμα, και για τσεμπέλια χαλκερό ή τραγάνα.
         Μετά το όργωμα που γινόταν 3 φορές , ακολουθούσε το σβάρνισμα, με ξύλινη σβάρνα, πάνω στη οποία τοποθετούσαν πέτρες για να βαρύνει και να τρίβει καλύτερα τις μπλάνες. Όταν το χωράφι ετοιμαζόταν το χώριζαν σε κατεβατά κι αυλακιές, όπου ανάμεσα σ΄ αυτά έκοβαν τα αυλάκια.
         Και λάβαινε χώρα το φύτεμα, που γινόταν το Μαιο. Το φυντάνι το έβγαζαν από την βραγιά, όταν ήταν ήδη μια πιθαμή και το τοποθετούσαν στις κόφες.
         Το φύτεμα γινόταν με το σουφλί , που ήταν και είναι ξύλινο και είχε καποιά διαδικασία: Πρώτα ήταν το μπροστοπότισμα, ακολουθούσε το φύτεμα του φυντανιού στ΄αυλάκια σε απόσταση μια πιθαμής και στη συνέχεια το δεύτερο πότισμα. Πολλές φορές , αν δεν υπήρχε νερό κοντά στο χωράφι το κουβαλούσαν με το ζυγό. Πρέπει να τονίσουμε εδώ την παρουσία στο φύτεμα όλης της οικογένειας και ειδικά των ανήλικων παιδιών. Και τούτο , γιατί παλαιότερα δεν είχαν τη δυνατότητα να έχουν όλοι εργάτες.
         Πρίν το φύτεμα η νοικοκυρά έφτιαχνε χαλβά ή ριβανη για να κεράσει τις εργάτριες. Μαζί της έπαιρνε ούζο για τους εργάτες ή λουκούμια. Το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό.  Τα φαγητά ετοίμαζε συνήθως η νοικοκυρά. Η πληρωμή για τους εργάτες γινόταν στο  τέλος της μέρας και το μεροκάματο ήταν πριν το 1920 περίπου 3δρχ- 1 τάληρο.
         Όταν ο καπνός μεγάλωνε μέχρι 2 πιθαμές πάνω από το χώμα τον σκάλιζαν. Το μάζεμα του καπνού άρχιζε σχεδόν από τις 20 Ιουνίου. Γινόταν κατά διαστήματα, τα <<χέρια>> . Ο καπνός αποτελούνταν από 5 χέρια: το πατόφλο, το πρωτο, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, το κορφάδι. Μαζεύονταν και μαζεύεται χέρι-χέρι ανάλογα με την ωρίμανση. Σε κάθε χέρι οι εργάτες έπαιρναν από 2-3 φύλλα. Ο καλλιεργητής καταλάβαινε την ωρίμανση του καπνού από το κιτρίνισμα του φύλλου.
καπνός
καπνός

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΚΑΠΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ  ΤΟΥ 1962 ΚΑΙ Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΒΛΑΧΟΥ

Μια διήγηση του Γρηγόρη Μπακόλα, από το βιβλίο του “Η δίκη των καπνοπαραγωγών Ξηρομέρου – Βάλτου στο Αγρίνιο το 1962″
Η 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1962, που συν­δέεται με τα αιματηρά γεγονότα της ΣΦΗΝΑΣ – ΒΑΛΤΟΥ και με τη μεγά­λη θυσία που πρόσφεραν οι καπνοπα­ραγωγοί του ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ και του ΒΑΛΤΟΥ, το θάνατο του Δημήτρη ΒΛΑ­ΧΟΥ, έχει την προϊστορία της. Στις αρχές του 1962, ήταν στις καπναποθήκες των καπνοπαραγωγών Βάλ­του, Ξηρομέρου και Τριχωνίδας, αδιά­θετη ολόκληρη η παραγωγή καπνών εσωτερικής κατανάλωσης εσοδείας 1961. Η    Κυβέρνηση Καραμανλή αναγκάστηκε ύστερα από πίεση και δια­μαρτυρίες εκ μέρους του καπνοπαραγωγικού κόσμου της περιοχής, να δώσει εντολή προς τους καπνοβιομήχανους για να προβούν στην αγορά των καπνών εσωτερικής κατανάλωσης εσοδείας 1961 απ’ την 1η Απρίλη 1962, κατά ποσοστό 20% μηνιαία, ώστε, μέχρι την 31 Αυ­γούστου του αυτού έτους να πωληθεί και το τελευταίο κιλό εσοδείας 1962, και εν συνεχεία η Κυβέρνηση προέβη στην χρηματοδότηση των καπνοβιομηχάνων. Οι καπνοβιομήχανοι παρά την Κυβερνητική απόφαση και παρ’ ότι χρηματοδοτήθηκαν, δεν προέβησαν στην αγορά των καπνών κατά το ρυθμό που υπαγόρευε η Κυβερνητική απόφαση.             Η κωλυσιεργία τους ήταν συστηματική και τούτο με την ανοχή και την ουσιαστική συμπαράσταση της Κυβέρνησης, η οποία πέραν της τυπικής της απόφασης, ουδεμία ουσιαστική πίεση ασκούσε επί των μεγιστάνων της καπνοβιομηχανίας, για την έγκαιρη και σε ικανοποιητικές τιμές αγορά των καπνών εσωτερικής κατανάλωσης του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Το αποτέλεσμα αυτής της συμπαιγνίας Κυβέρνησης – καπνοβιο­μηχάνων, υπήρξεν ότι επί 7.500 περίπου τόνων συνολικής εσοδείας 1961, αγοράσθηκαν από την καπνοβιομηχανία σε πολύ εξευτελιστι­κές τιμές, μέχρι το Σεπτέμβρη 1962, 1.400 τόνοι και παρέμεινε τότε αδιάθετο ποσοστό 65% και πλέον της εσοδείας καπνών εσωτερικής κατανάλωσης 1961, της περιφέρειας του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Εμπαίχθηκαν τότε οι καπνοπαραγωγοί και τα καπνά υπήρχαν αδιά­θετα και σάπιζαν στις αποθήκες, προς τον αποκλειστικό σκοπό να πιεσθούν οι ατυχείς και να δεχθούν να πωλήσουν τα καπνά τους, που είναι ποτισμένα με το αίμα τους, στους καπνοβιομήχανους σε εξευ­τελιστικές τελείως τιμές. Γιατί οι τιμές τις οποίες πρόσφεραν τότε οι καπνοβιομήχανοι, ήταν εξευτελιστικές. Οι τιμές οι προσφερθείσες το προηγούμενο έτος 1961 για την αγο­ρά των καπνών εσοδείας 1960 κυμαίνονταν από 15-40 δρχ. κατά κιλό. Οι καπνοπαραγωγοί με τις τιμές αυτές δεν μπόρεσαν να πληρώσουν ούτε τα προς την Αγροτική     Τράπεζα χρέη τους και ως εκ τούτου εύ­λογα προέβαλαν τότε το αίτημα της διάθεσης των καπνών τους σε τι­μές ανώτερες απ’ αυτές του προηγούμενου χρόνου κατά 50-40%, για­τί έτσι μόνο θα μπορούσαν να ξεχρεωθούν και να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις οικονομικές και βιοτικές τους ανάγκες. Οι καπνοβιομήχανοι όχι μόνο δεν προσέφεραν τιμές ανώτερες των του προηγουμένου έτους κατά 50-40%, όπως ζητούσαν οι καπνοπαραγωγοί, αλλά τουναντίον κατ’ αρχάς δεν έδιναν ούτε την αύξηση την κατά 10% επί των   τιμών του προηγούμενου έτους που αποφάσισε η Κυ­βέρνηση, κατόπιν του νέου φόρου που επέβαλε στα σιγαρέτα και που ανέρχονταν ως γνωστό σε 50-70 λεπτά κατά κουτί, αναλόγως. Δίκαιη, ως εκ τούτου, εύλογη και επιβεβλημένη υπήρξε η αγανά­κτηση και κινητοποίηση των καπνοπαραγωγών η οποία κορυφώνεται σε ένταση από τα μέσα Ιούλη 1962 και φτάνει στη επαναστατική εκείνη έκρηξη της 8ης Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Διότι αποτελούσε και αποτελεί πρόκληση ο κατ’ έτος συστηματικός εμπαιγμός σε βάρος τους, εκ μέρους των καπνοβιομήχανων, με τη συ­μπαράσταση της Κυβέρνησης.                                                                                                       Αποτελεί πρόκληση σε βάρος των κα­πνοπαραγωγών, όταν η  Κυβέρνηση επιβάλλει φόρο επί των σιγαρέτων υπέρ των καπνοβιομηχάνων, των περιπτερούχων κ.λ.π. ενώ στους καπνοπαραγωγούς δεν δίνει ούτε ψυχούλα. Αποτελεί ιταμή πρόκληση για τους παραγωγούς, όταν η Κυβέρνη­ση επιτρέπει στους καπνοβιομήχανους να τους εκβιάζουν και να μέ­νουν τα καπνά τους αδιάθετα, για να σαπίζουν στις αποθήκες. Αποτελεί κυνισμό από μέρους της τότε Κυβέρνησης Καραμανλή, όταν αρνείται να δώσει στους καπνοπαραγωγούς τιμές, ικανές να αντι­μετωπίσουν τις στοιχειώδες βιοτικές τους ανάγκες, τη στιγμή που επι­βάλλει βαρείς φόρους επί των ειδών πρώτης ανάγκης, οι οποίοι, πλήτ­τουν τα ευρέα λαϊκά στρώματα και καταβιβάζουν περισσότερο το βιο­τικό επίπεδο του Λαού. Αποτελεί πρόκληση ακόμα προς τους δυστυχείς καπνοπαραγω­γούς η εκ μέρους της τότε Κυβέρνησης άρνηση για στοιχειώδη ικα­νοποίηση των λογικών και δίκαιων αιτημάτων των καπνοπαραγωγών Αιτωλοακαρνανίας, όταν αυτή η Κυβέρνηση της πλουτοκρατίας και των αδίστακτων μονοπωλίων δε διστάζει να διπλασιάσει τη βασιλική χορηγία και να τριπλασιάσει τη χορηγία του διαδόχου του θρόνου. Κατόπιν τούτων, ως γνωστόν, στις 8 Σεπτέμβρη οι καπνοπαραγω­γοί των   Επαρχιών Βάλτου και Ξηρομέρου κατέβηκαν σε προειδο­ποιητική διαδήλωση διαμαρτυρίας, για το αίσχος αυτό που γινόταν σε βάρος τους εκ μέρους των Καπνοβιομήχανων και της Κυβέρνησης Κα­ραμανλή. Τέσσερις χιλιάδες και πλέον καπνοπαραγωγοί των Επαρχιών Ξη­ρομέρου και Βάλτου, σύσσωμοι, σαν ένας άνθρωπος, με μόνο σύνθη­μα συναγερμού, τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών κινήθηκαν από τα χωριά τους την 3η πρωινή στις 8 Σεπτέμβρη 1962 και κατέλαβαν συν γυναιξί και τέκνοις τη δημόσια οδό Αμφιλοχίας -Αγρινίου. Συγκεκριμένα στο μεν το χωριό Στάνου-Βάλτου συγκεντρώθηκαν περί τις τρεις χιλιάδες καπνοπαραγωγοί, στο δε το χωριό Σφήνα-Βάλτου πε­ρί τους πεντακόσιους. Και εκεί αντιμετώπισαν με γενναιότητα και αν­δρισμό, αντάξιο της ηρωικής Ελληνικής αγροτιάς, την κυνική και βά­ναυση επίθεση της  Κυβέρνησης.Όλοι οι συγκεντρωθέντες αγρότες, άνδρες και γυναίκες, γέροι και νέοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά, με μια φωνή απάντησαν στους Κυ­βερνητικούς εκπροσώπους και στη Χωροφυλακή, ότι δεν θα διαλυ­θούν αν δεν ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήματα τους και ότι είναι δια­τεθειμένοι να πέσουν όλοι για τον δίκαιο αγώνα τους. Και στην ομόθυμη αυτή διαδήλωση των αγροτών, οι Χωροφύλα­κες, παρουσία του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας Ιωάν. Μήλλιου, του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου Δημόπουλου, του Αντιει-σαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου Αθαν. Πέταλα και του Βουλευτή της δεξιάς Νικ. Φαρμάκη, πυροβόλησαν εναντίον τους αδίστακτα. Και το αίμα των ατυχών παραγωγών χύθηκε και έβαψε την δημό­σια οδό Αγρινίου – Αμφιλοχίας. Ο μικρός Ευστάθιος Μπίλιας (μόλις 10 ετών), από το χωριό Μα­χαλά – Ξηρομέρου τραυματίζεται και ο Δημήτρης Βλάχος τραυματίζεται θανάσιμα και μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αγρινί­ου, όπου υπέκυψε στο μοιραίο. Ο ατυχής καπνοπαραγωγός Δημήτρης Βλάχος απ’ τη Λεπενού Βάλ­του, σκοτώθηκε απ’ τις σφαίρες της Χωροφυλακής στη γέφυρα της Σφήνας την 1.30 μ.μ. της ημέρας εκείνης και έπεσε, ηρωικό ολοκαύ­τωμα, στις επάλξεις της ωραίας αυτής αγροτικής εξόρμησης. Ο Δημήτρης Βλάχος αποτελεί πλέον σύμβολο των ευγενών κοινω­νικών αγώνων της αγροτικής τάξης και ενθαρρύνει με το παράδειγ­μα της θυσίας του και θα εμπνέει με τον θάνατο του, τους αγώνες ολό­κληρου του αγροτικού λαού της Ελλάδας. Οι αγρότες και ειδικότερα οι καπνοπαραγωγοί της Αιτωλοακαρνανίας, θα συνεχίσουν τους αγώνες τους και θα αντιμετωπίσουν και στο μέλλον με γενναιότητα και θάρρος τις ανάλγητες και αντιλαϊκές Κυβερνήσεις που θα συμμαχήσουν με τους Καπνοβιομήχανους εναντίον τους. Είναι βέβαιο ότι οι ωραίοι αγώνες των καπνοπαραγωγών του Βάλ­του και του Ξηρομέρου θα συνεχιστούν με μεγαλύτερο πάθος, με ηρω­ικότερη έξαρση και με αμείωτη οξύτητα και θα αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση από ολόκληρο τον αγροτικό κόσμο και τώρα και στο μέλλον. Και οι ευγενείς αυτοί Κοινωνικοί αγώνες των καταπιεζόμενων, τε­λικά θα οδηγούν στην επιτυχία και στη Νίκη. Διότι ως βάθρο τους έχουν το δίκαιο και σημαία τους έχουν τη δικαιοσύνη.

ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ ΣΤΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΤΣΙΓΑΡΟ

ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ παρουσιάζονται το 1885· μέχρι την εκπνοή του 19ου αιώνα τα πιο σημαντικά κέντρα συσκευασίας χειροποίητων σιγαρέτων βρίσκονται στην Ερμούπολη, τον Πειραιά, τον Βόλο, τη Λαμία, το Αγρίνιο. Όλα αυτά τα κέντρα συσκευασίας χειροποίητων σιγαρέτων έχουν ως πρώτη ύλη τα καπνά της Αιτωλοακαρνανίας. Μετά το 1913, τα χειροποίητα τσιγάρα εμφανίζονται και στη Μακεδονία. Γύρω στο 1915, κάνουν τη διατονική εμφάνιση «κάρτες τσιγάρων» στα ελ­ληνικά πακέτα των σιγαρέτων «Ζενίθ» του «Συνδέσμου Καπνοπαραγωγών Αγρινίου». Όμως η επακολουθήσασα βιομηχανοποίηση των σιγαρέτων δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις. Το στρίψιμο ενός τσιγάρου, είχε γίνει απαραίτητο στάδιο στην δε­δομένη απόλαυση του φουμαρίσματος. Ήταν μια ιεροτελεστία, μια ανταγωνιστική επίδειξη μεταξύ των θεριακλήδων. Η βιομηχανοποίηση όμως, που κάλπαζε στη δεκαετία 1925-1935, κατευθύνει τους βιομηχάνους καπνού να προσπαθούν μέσω των εφημερίδων να πείσουν τους αμετανόητους “στριφτές” (τσιγάρων) να προτιμήσουν το βιομηχανοποιημένο τσιγάρο, χρησιμοποιώντας προς τούτο διάφορες παραινέσεις και “σλόγκαν”, όπως: «Με το χέρι; ή με την μηχανήν; Ποίον είναι το ενγενέστερον, το ιδανικότερον, το καλαισθητικώτερον: Το χέρι ή η μηχανή; Εις μερικάς περιστάσεις το πρώτον, εις μερικός περιστάσεις το δεύτερον… Άλλο το τσιγάρο, άλλο το σιγαρέτο. Εδώ εφαρμόζεται η αντίστροφος αρχή. Το χειροποίητο είναι οπισθοδρόμησις, ή ανθυγιεινότης, ή προστυχιά, ή αηδία, ή βραδύτης. Το μηχανοποίητον είναι η αριστοκρατία, το ιδεώδες, ή ποίησις, ή υγιεινή, ή ταχύτης, ή ευμορφία, η ασφάλεια, το θαύμα…»  «Ο εργατικός κόσμος είχεν εξαναστή κατ’ αρχάς. Ενόμισεν ότι το άψυχον θα φάγει το έμψυχον. Ότι η μηχανή θα φάγει τον άνθρωπον. Και όμως είς την Αμερικήν, όπον τα πάντα εμηχανοποιήθησαν, αϊ ταχύτεραι σιγαρετομηχαναί συμβαδίζονσιν εκ παραλλήλου με τα υψηλότερα εργατικά ημερομίσθια». Στην Αμερική όμως… Στην Ελλάδα το επάγγελμα του καπνεργάτη τσιγαροποιού σταμάτησε μόλις το 1908 όταν οι τσιγαρομηχανές παρήγαγαν 200.000-250.000 τσι­γάρα, σε επτάωρη εργασία, έναντι 2.000-3.000 σιγαρέτων που παρασκεύαζε ο σιγαροποιός με τους δύο βοηθούς του. Η κάθε σιγαρετοποιητική μηχανή αντι­καθιστούσε 100 εργάτες. Έτσι ξεσπούν εργατικές κινητοποιήσεις ενόψει της καταφθάνουσας ανεργίας.  Έτσι η σχέση του καπνιστή με το τσιγάρο έχει αλλάξει: η γευστική και οσφρητική αρμονία χάνονται. Το στρεσάρισμα, που αρχίζει και αυτό να μπαίνει πλέον στη ζωή του, οδηγεί τον καπνιστή στην εύκολη, στην ετοιματζίδικη λύση. Οι αισθαντικές ιστορίες που το στρίψιμο ενός τσιγάρου δημιούργησε χάνονται για πάντα στη λήκυθο των αναμνήσεων, μαζί με τις ονομασίες των τσιγαρόχαρτων, όπως: «Κλειώ», «Η Ωραία Ελένη», «Η Ευανθεία», «Τα Άνθη», «Η Ουρανία», κ.λ.π.  Στη δεκαετία 1900-1910, η καπνεμπορία στο Αγρίνιο ήταν υποτυπώδης. Αυτή διεξα­γόταν ως πάρεργο άσχετο με το προϊόν του καπνού εμπόρων, που αδιαφόρησαν για την πολυποίκιλη εκμετάλλευση του. Πουλούσαν τον καπνό όπως τα «εδώδιμα-αποικιακά». Δεν μπόρεσαν ή δεν επιθυμούσαν να οραματισθούν τον πλούτο του. Έτσι, μέσα από τις διαφημίσεις της περιόδου αυτής νοι­ώθουμε ότι οι παλαιό -Αγρινιώτες δεν εκτίμησαν τις ντόπιες ποικιλίες καπνού, το “τσεμπέλι”, το “μυρωδάτο”, τον “μπασμά”, παρόλο μάλιστα που το όνομα «Αγρίνιο», σταμπαρισμένο σε δεκάδες διαφορετικές μάρκες τσιγάρων, διαφήμιζε ό,τι εκείνοι απαξίωσαν. Στ’ αλλεπάλληλα κύματα εκσυγχρονισμού, οι παλαιο-Αγρινιώτες αντιστέκονταν μανιωδώς, για να συντηρούν τα κεκτημένα τους που ήταν αφιλοδημοτικά. Αντιδρούσαν με πείσμα σε κάθε τι νεωτεριστικό που την κοινωνία ωφελούσε, έφθασαν μέχρι να εγκληματήσουν γι’ αυτό. Οι γαιοκτήμονες, οι τοκιστές και οι εκ γενετής εισοδηματίες, με την αφιλοδημοτική τους συνείδηση θέρισαν τις ελπίδες της πόλης για πρώιμη ανάπτυξη. Ξένοι όμως, μέτοικοι στην πόλη του Αγρινίου, επένδυσαν το μέλλον τους στην Αιτωλική Γη! Είχαν διορατικότητα, ήσαν δημιουργικοί, και εγκολπισθέντες τ’ Αγρινιώτικα συναισθήματα, απέδειξαν με την φιλοπατρία τους ότι την ιστορία τη γονιμοποιούν οι ανώνυμοι· κι αυτοί τέτοιοι ήσαν πριν τα “Γεφύρια του Αλά-μπεη” περάσουν! Το προϊόν του καπνού, που το Αγρίνιο έκανε γνωστό στην υδρόγειο, για τους γηγενείς προ του 1920 ήταν απλώς ένα εμπορικό προϊόν γρήγορου ατομικού κέρδους. Παρακολουθώντας την τύχη των εκλεκτών καπνών της Αιτωλοακαρνανίας από το 1880 έως το 1920, διαπιστώνουμε ότι αυτά αγοράζονταν, επεξεργάζονταν συστηματικά και τσιγαροποιούταν χειρωνακτικά, σε διάφορες πόλεις και πολίχνες της χώρας. Όταν για το «μαγικό αυτό βοτάνι» ήταν υποτυπώδης η κάθετη εκμετάλλευση του στην γενέθλια γη μεταξύ των ετών 1870-1912, ο Ιωάννης Δημητριάδης πουλά χειροποίητα τσιγάρα με καπνά Αγρινίου και Ξηρομέρου στην οδό Ανδριανού στην Αθήνα. Η παράπλευρη έκθεση ορισμένων φωτογρα­φιών από πακέτα σιγαρέτων αποδεικνύει ότι η Αιτωλοακαρνανική αβελτηρία στάθηκε αιτία για τον οικονομικό εκσυγχρονισμό όχι μόνο διαφόρων ατόμων, αλλά και πόλεων, πλην του καπνοπαραγωγικού νομού μας (!), του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Σ’ όλους τους άλλους τα καπνά της Αιτωλοακαρνανίας έφεραν πλούτο, ενώ στους παλαιαγρινιώτες, έχοντες και κατέχοντες, πρό­σφεραν μόνο τη ψεύτικη ικανοποίηση που ένιωθαν όταν διάβαζαν στα πακέτα των χειροποίητων τσιγάρων τ’ όνομα του τόπου καταγωγής των. «Αγρίνιο», «Ζαπάντι», «Κατούνα», «Παραβόλα», «Ματαράγκα», «Ξηρομέρου». Οι βιομήχανοι και οι έμποροι αγόραζαν σ’ εξευτελιστικές τιμές την ψυχή της Αιτωλοακαρνανικής γης, τον καπνό, και μας τον πουλούσαν τσιγαροποιημένο και πακεταρισμένο να φουμάρουμε το αποτέλεσμα της συντηρητικής τους κουλτούρας! Κανείς ντόπιος Αγρινιώτης μεγαλόσχημων, κανείς ντόπιος Αγρινιώτης προύχοντας, δεν ενδιαφέρθηκε για τον τόπο, για το Αγρίνιο. Ευτυχώς που ήλθαν από το Ζελίχοβο οι Παπαστραταίοι, από τη Πελοπόννησο οι Παναγοπουλαίοι, από τον Μαχαλά οι Παπαπετραίοι, από τη Σύρα ο Χασουράκης, από τη Ματαράγκα οι Σακελλαριδαίοι, από την Σύρα ο Σκαλίγκος. Ο Ηλιου διωγμένος από τη πατρίδα του, αγάπησε τ’ Αγρίνιο περισσότερο από όλους τους κοτζαμπάσηδες μαζί! Μαζί με αυτούς οι αδελφοί Κόκκαλη, ο Θεμ. Καπέρδας, ο Καμποσιώρας, ο Βασίλης Παπαβασιλείου και ο Χαρ. Φαρμάκης, έγιναν, μ’ απόδειξη, Αγρινιώτες κι εξαλείφθηκε η τραγικότητα της καπνεμπορίας από τους αδιάφορους «Μπαραμπάτηδες», όπως μάθαμε ότι λέ­γονταν όσοι ασχολήθηκαν πάρεργα με την καπνεμπορία, διαβάζοντας το βιβλίο του Ευάγγελου Παπαστράτου, Η δουλειά και ο κόπος της – από τη ζωή μου, εκδομένο το 1964. Έτσι μελαγχολούμε σήμερα μαθαίνοντας τα έργα των γηγενών τ’ αόρατα! Η παράπλευρη έκθεση των διαφημίσεων χειροποίητων τσιγάρων μας οδηγεί ν’ ανάψουμε ένα σέρτικο Αγρινίου, και μαζί με το ξεφύσημα του καπνού να ξεφυ­σήσουμε και την απορία μας ή την αγανάκτηση μας για την τύχη του προϊόντος, που ξένοι το διαφήμισαν προς όφελος μας! Όμως το Κράτος, που από τη φύση του είναι οκνό στην πρόοδο, δεν μπόρεσε ν’ αντιστρατευθεί στα συμφέροντα των καπνεμπόρων. Αναλώθηκε, με την πολυνομοθεσία του, σε μια καπνική πολιτική που εξυπηρετούσε το πολιτικό συμφέρον των εκάστοτε κυβερνώντων, δηλαδή των καπνεμπόρων και των “μπαραμπάτηδων” της Άρχουσας Τάξης. Έτσι το «ευτελές προϊόν με την οικονομική ευρωστία», μαζί με τους καπνοπαραγωγούς και τους καπνεργάτες, αφανίσθηκαν, «παρόλο τον συγκρουσιακό χαρακτήρα των διεκδικήσεων τους, όπου η μαχητικότη­τα τον καπνεργατικού κινήματος και ο αριστερός προσανατολισμός τον, το έφεραν στο προσκήνιο των πολιτικών αγώνων, καθιστώντας το ένα από τα πιο δραστήρια τμήματα των ελληνικών κοινωνικών τάξεων».

Σπόροι του καπνού

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΤΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΤΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Εἶσ' Ἕλληνας; Τί προσκυνᾶς; Σηκώσου ἀπάνω! Ἐμεῖς καὶ στοὺς θεοὺς ὀρθοὶ μιλοῦμε..